Αναγνώστες

Τα καλοκαίρια!

    

  Βρισκόμαστε στα μέσα του καλοκαιριού και έως τώρα ευτυχώς η ζέστη δε μας έχει ταλαιπωρήσει πολύ. Αναρωτήθηκα ποιο θέμα θα είχε ενδιαφέρον αυτήν την περίοδο του χρόνου που βαδίζει προς τις διακοπές και τη χαλάρωση. Όσο  πιεσμένος και να είσαι, όση δουλειά και αν έχεις, στο βάθος του μυαλού σου ξέρεις πως έρχονται οι μέρες που θα μπορείς να αποφορτιστείς, να ηρεμήσεις, να αλλάξεις παραστάσεις και εικόνες.

  Αποφάσισα λοιπόν η σημερινή ιστορία να έχει ένα κομμάτι νοσταλγίας ερχόμενη από το παρελθόν που όλα ίσως να ήταν πιο απλά. Θα επιχειρήσω ένα πάντρεμα μνήμης μέσα από την ευαίσθητη ματιά των Καλλιτεχνών. Ίσως αρκετοί από εσάς που με συντροφεύετε να ταυτιστείτε. Θα την αφιερώσω σε ανθρώπους σημαντικούς που άφησαν το στίγμα τους στη ζωή μου, που πέρασαν, παραμένοντας πάντα κομμάτι της Ιστορίας γιατί η Ζωή όλων μας είναι οι ιστορίες των ανθρώπων που συναντάμε, πορευόμαστε, χανόμαστε, ίσως ξαναβρισκόμαστε σε μια αέναη συνύπαρξη. Ο καθένας αφήνει του σημάδι του βαθύ ή λιγότερο διαμορφώνοντας ένα κομμάτι του χαρακτήρα μας.

  Το παιδικό, εφηβικό, νεανικό καλοκαίρι ήταν η καλύτερη εποχή του χρόνου. Χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς σκέψεις, χωρίς ευθύνες. Ήλιος, θάλασσα, παιχνίδι, χορός, γέλια. Θαρρείς και πως η ζέστη, το νερό, ο αέρας και η γη συνεργάστηκαν αρμονικά για να προσφέρουν όλη τους την ενέργεια για διασκέδαση. Η διασκέδαση στην ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση των νέων έχει πάντα ένα κρυμμένο άρωμα ενοχής. Οι υποχρεώσεις προηγούνται, οι ευθύνες, τα πρέπει υπερτερούν πάντα των θέλω. Το καλοκαίρι ερχόταν έτοιμο να σαρώσει το σύμπαν ξεπλένοντας κάθε φραγμό, φέρνοντας ελευθερία, έλλειψη προγράμματος και σχεδίου. Ο αυθορμητισμός σε όλο του το μεγαλείο.

 Όσοι είχαν την τύχη να μεγαλώσουν με τρίμηνες διακοπές σε κάποιο παραθαλάσσιο μέρος θα θυμούνται το ξεφάντωμα, το ρυθμό, την ευρηματικότητα, τη συνέχεια, τη μουσική ακολουθία της καθημερινότητας που προς το τέλος πια γινόταν μια ρουτίνα που παρόλο γεννούσε την πλήξη, ήταν τόσο γλυκιά που δεν ήθελε κανένας να τελειώσει.

  Μέσα από εδώ έχουμε μιλήσει πολλές φορές για την Τέχνη. Πολύ πρόσφατα μάλιστα αναφερθήκαμε σε μια παρέα για τον Κόσμο των Καλλιτεχνών που είναι μια κατηγορία από μόνος του, δυσνόητος, απόκρυφος, απόμακρος για τους μη μυημένους. Όλοι ξέρετε πόσο τους αγαπώ, τους καταλαβαίνω ή πιο σωστά το προσπαθώ, τους υπερασπίζομαι και τους προστατεύω. Αυτό γίνεται αβίαστα γιατί αυτά που περιέγραψα παραπάνω ως καλοκαιρινές εικόνες αυτός ο αλλόκοτος κόσμος τον αντιλαμβάνεται με έναν τρόπο τόσο διάφανο που σχεδόν είναι άυλος. Εννοώ πως αυτά που για τους πιο πολλούς είναι προφανή ο Καλλιτέχνης τα μετουσιώνει σε εικόνα, λόγο, αντικείμενο, μουσική δημιουργώντας ένα διαφορετικό σύμπαν που περιλαμβάνει όλες τις διαστάσεις, όλους τους ανθρώπους και μας ανεβάζει σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Τώρα πόσο μπορούν οι πολλοί να το νιώσουν εεε θέλει και λίγο κόπο.

 Αν ανατρέξουμε στην Ιστορία της Τέχνης θα βρούμε άπειρα αριστουργήματα βγαλμένα από τη Ζωή που αντικατοπτρίζουν καλοκαιρινές εικόνες. Ας πάρουμε παράδειγμα τους Ιμπρεσιονιστές Ζωγράφους, Μουσικούς που δημιούργησαν εντυπώσεις μέσα στη στιγμή.

  Ο Κλώντ Ντεμπυσί (1862-1918) στα έργα του με περισσή αισθαντικότητα μας μεταφέρει δροσιά, καλοκαιρινή ραστώνη, ερωτισμό, ρομαντισμό,  όνειρα. Σας παροτρύνω να τον ακούσετε και να ταξιδέψετε μαζί του.

  Ο Ζώρζ Σερά (1859-1891) με το έργο Κολυμβητές στην Asnières του 1884, πληροφορικά βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη στο Λονδίνο, μας μεταφέρει  όλη αυτή τη χαρά του καλοκαιριού, τη γλυκιά κούραση της μέρας, την ηρεμία του νερού, τον ήχο των πλοιαρίων, τον γλυκό ύπνο στο γρασίδι. Ο χρόνος το καλοκαίρι είναι σα να σταματά. Η θάλασσα σα να ξεπλένει όλα τα προβλήματα, όλες τις σκέψεις, όλη την πίεση.

Κολυμβητές στην Asnières, 1884, Λονδίνο, Εθνική Πινακοθήκη

Ζώρζ Σερά (1859-1891)  Κολυμβητές στην Asnières του 1884,  Εθνική Πινακοθήκη Λονδίνο

 

 Πριν σας ευχηθώ καλό καλοκαίρι με την υπόσχεση πως με τη νέα σεζόν θα ταξιδέψουμε σε χώρους Μουσείων που ίσως δεν είναι τόσο γνωστά, θα συζητήσουμε για θέματα που αφορούν αυτήν την αόριστη ερμηνεία της λέξης Πολιτισμός, θα γνωρίσουμε και άλλες μορφές Τέχνης και θα μοιραστούμε τη ζωή σημαντικών δημιουργών που άφησαν το στίγμα τους στην παγκόσμια σκακιέρα, σας παρακαλώ να σκεφτείτε τα αγαπημένα σας καλοκαίρια και απολαύστε άφοβα χωρίς καμία ενοχή δημιουργώντας νοερά τις δικές σας εικόνες ως άλλοι καλλιτέχνες της Ζωής. Σας αξίζει!

Όλα είναι Μουσική

 

   Η Ευτέρπη, Μούσα της Μουσικής

   

  Εδώ και πολλές μέρες αναζητώ το επόμενο θέμα που θα μιλήσει στη ψυχή όπως οι δυο τελευταίες ιστορίες μας! Μετά από δυο μέρες γεμάτες μουσική θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας όχι την εμπειρία, αυτό είναι κάτι πολύ προσωπικό και διαφορετικό για τον καθένα, αλλά την αίσθηση και τον αντίκτυπο που έχει η Μουσική στη ζωή μας.

   Σε ένα μάθημα με ενήλικες προσπαθήσαμε να καταλάβουμε πως αυτά που νιώθουμε και μας μένουν σε σχέση με τα ερεθίσματα της Τέχνης χρειάζονται έναν ενδιάμεσο. Αυτός ο ενδιάμεσος είναι οι Αισθήσεις μας. Η όραση, η ακοή, η γεύση, η όσφρηση, η αφή. Κάθε μια και όλες μαζί, μας μεταφέρουν σε ένα ταξίδι που ανάλογα με τη συνθήκη είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο ή απλά υποφερτό. Η κατανόηση της Τέχνης βασίζεται στις Αισθήσεις συγχρόνως όμως αυτές οι Αισθήσεις είναι που δημιουργούν Ιστορίες.

   Σήμερα θα μιλήσουμε για την Μουσική.   Οι ήχοι μας δίνουν ερεθίσματα για τον κόσμο γύρω μας, μας μεταφέρουν και μας τοποθετούν στο περιβάλλον, οι δονήσεις μας δίνουν τη δυνατότητα της ταύτισης ή όχι και ο ρυθμός  μας κάνει αυτόκλητα τις περισσότερες φορές να λικνιστούμε χωρίς ενδοιασμό είτε είμαστε ρυθμικοί είτε όχι. Τα μικρά παιδιά αλληλεπιδρούν με τους ήχους, έχουν μια πρωτόγονη ικανότητα να τους αναπαραγάγουν. Η Μουσική ηρεμεί, εξευγενίζει, εκτονώνει, σε ταξιδεύει, σε μεταφέρει σε άλλους κόσμους, σε παρασύρει σε κομμάτια που ίσως δε θυμάσαι ή θέλεις να ξεχάσεις. Ταυτίζεις πρόσωπα, εποχές, στιγμές, πίκρες, απογοητεύσεις, χαρές, δύναμη, μνήμες.

   Ο Κωστής Παλαμάς έλεγε πως όλες οι Τέχνες βρίσκονται μέσα στη Μουσική. Η Μουσική είναι αυτή η ακολουθία από εξισώσεις περασμένες σε σύμβολα τις νότες πάνω σε ένα χαρτί με γραμμές. Την ικανότητα να την αποδίδουν δεν την έχουν όλοι, τη δυνατότητα όμως να την αφουγκράζονται και να την απολαμβάνουν ευτυχώς την έχουν οι περισσότεροι. Η Μουσική για τους καλλιτέχνες είναι αχόρταγη, κακομαθημένη, τους ζητά όλο και περισσότερα. Όταν όμως δημιουργούν, όταν της προσφέρουν την ψυχή τους χωρίς όρους, συνήθως τους αποζημιώνει στο απόλυτο. Ο Bryan Adams εχθές αναφέρθηκε στη μητέρα του, που όταν της είπε πως θα αφήσει το σχολείο για να αφιερωθεί στη Μουσική, συμφώνησε με τον όρο να  υπηρετήσει το σκοπό του σωστά. Πράγμα που δεκαετίες μετά είναι πια αυταπόδεκτο. Τα είδη της Μουσικής είναι πολλά και διαφορετικά, στο πέρασμα των γενεών τα ζητούμενα αλλάζουν και όμως ο σκοπός της  παραμένει πάντα ο ίδιος. Να μεταφέρει εικόνες, να δημιουργήσει μνήμη, να μείνει στο ασυνείδητο, να καλλιεργήσει τον άνθρωπο, να ημερεύει την ψυχή του, να τον μεταφέρει σε άλλες διαστάσεις. 

   Οι τελευταίες δυο μέρες ήταν ένα ταξίδι στο παρελθόν με κλασικό ήχο, με διάσημα τραγούδια που έχουν περάσει στη συνείδηση, με δάκρυα στα μάτια για μια νιότη που έφυγε αλλά άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της, με χαμόγελο γιατί οι αναμνήσεις ξέφυγαν από το ντουλαπάκι του μυαλού και δημιούργησαν εικόνες με Αρμονία.

   Δεν ξέρω πόσο μπορώ να μεταφέρω το αίσθημα που προκάλεσε μια κιθάρα, ένα πιάνο, μια διάσημη βραχνή φωνή αλλά αυτό που μπορώ να καταθέσω με σιγουριά είναι πως ώρες μετά νιώθω σα να βρίσκομαι σε ένα σύννεφο, ακούγοντας τις νότες, νιώθοντας τη γλυκιά κούραση ενός ταξιδιού και το γλυκόπικρο σκίρτημα στην ψυχή. 

Αυτό μόνο η Μουσική μπορεί να στο προσφέρει απλόχερα.

Ο δικός μας Άνθρωπος ( Κώστας Λούστας 1933-2014)


   Η σημερινή μου ιστορία δε θα έχει ούτε βιογραφικά στοιχεία, ούτε ανάλυση έργων, ούτε τοποθέτηση ρευμάτων, ούτε μια προσέγγιση καθαρά Ιστορικού Τέχνης. Θα έχει βίωμα, αναμνήσεις, εικόνες από μια Θεσσαλονίκη που δεν υπάρχει πια. Τη ματιά ενός μικρού παιδιού που έχει την τύχη να ακούει, να ζει και να αναπνέει μέσα σε πολύ πολιτισμό και τέχνη, επηρεάζεται και ωριμάζει μέσα σε αυτό με απλότητα. Τον αντίκτυπο θα τον καταλάβει πολύ πολύ αργότερα και θα νιώσει ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους εκείνους που της πρόσφεραν αυτές τις εικόνες και την εμπειρία.

   Σε κάποια άλλη ιστορία θα ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους που ζουν χωρίς να εμβαθύνουν πολύ, να σκέφτονται, να επιδρούν ή να αποζητούν τις αλήθειες. Αυτή η διαδρομή έχει πολύ πόνο και ακόμα περισσότερο κόπο. Υπάρχουν όμως και εκείνοι οι άλλοι που νωρίς ένιωσαν το μονοπάτι τους και θέλησαν να εκφραστούν με όλα τα μέσα που διέθεταν, δημιουργώντας εικόνες είτε με τη μουσική τους είτε με τη ζωγραφική τους είτε με τα γραπτά τους. Αυτός είναι ο ήρωας μας σήμερα. Ο Κώστα Λούστας πολύπλευρος καλλιτέχνης από τη Φλώρινα που ξεκίνησε με όνειρα και κατάφερε να γίνει μια εμβληματική προσωπικότητα της Θεσσαλονίκης, βάζοντας πάντα τους δικούς του όρους και τοποθετώντας τον εαυτό του και την Τέχνη του στο σημείο που εκείνος επιθυμούσε.

    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τη διαδρομή μας ανασύροντας τις μνήμες που έχουν χαραχθεί βαθιά στην ψυχή του μικρού κοριτσιού. Βρισκόμαστε μάλλον γύρω στη δεκαετία του ’80. Η Θεσσαλονίκη είναι μια όμορφη πόλη, γόνιμη, με παραστάσεις, εκθέσεις, ανθρώπους φωτεινούς που παλεύουν να φέρουν έναν έντονο πολιτιστικό αέρα. Ποιητές, συγγραφείς, μουσικοί, ζωγράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που τους κυοφορεί και τους δίνει τα πρώτα ερεθίσματα για να βγουν στο Φως. Αυτός ο οργασμός είναι διεργασία πολλών ετών, είναι προσπάθεια που κάνουν εξίσου φωτεινοί άνθρωποι που θέλουν να προσφέρουν και να αφήσουν ένα αποτύπωμα μέσα στο χρόνο. Σα να ένιωθαν πως θα έρθουν χρόνοι ζοφεροί να μετατρέψουν την πόλη τους σε διασκεδαστήριο, σε τόπο παρηκμασμένο που δε γίνονται πολλά και όσα γίνονται συμβαίνουν πάλι με το πείσμα κάποιων λίγων ρομαντικών.

  Έχουμε την τάση να ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών σε δυο υποστάσεις. Την καλλιτεχνική τους και την ανθρώπινη, τη γήινη πιο σωστά. Θα ήθελα να μου επιτρέψετε να μιλήσω για αυτή την γήινη υπόσταση του Κώστα Λούστα γιατί είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με παιδικές αναμνήσεις  και με πρόσωπα που αγαπώ βαθιά.

  Παλαιά Παραλία Λεωφόρος Νίκης το ατελιέ του είναι ένα ισόγειο κατάστημα με ένα μικρό πατάρι. Τουλάχιστον αυτό θυμάται το μικρό κορίτσι. Το πεζοδρόμιο άνετο. Πολλές φορές όταν ο ήλιος λαμπύριζε στη Θάλασσα έβγαινε καθόταν σε μια καρέκλα να έπαιζε το βιολί του. Αγαπούσε τη μουσική, αγαπούσε την ποίηση, αγαπούσε τη ζωγραφική, αγαπούσε τη θάλασσα. Η μικρή μας ηρωίδα  δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να βγει βόλτα με τον μπαμπά της, έναν άντρα ψηλό, κομψό, ευθυτενή, αυτόφωτο, με λαμπερό χαμόγελο, με εκτόπισμα, με φυσική ευγένεια. Έβαζε το μικρό χεράκι στο μεγάλο ευγενικό δουλεμένο χέρι του και ξεκινούσαν μαζί την περιπέτειά τους.

 Τσιμισκή, Αγίας Σοφίας, Παραλία. Δε μιλούσαν πολύ, κάθε τόσο τους σταματούσε κάποιος γνωστός για να χαιρετίσει, ή να συζητήσει λίγο παραπάνω. Το κοριτσάκι κάνει υπομονή, ενοχλείται από τις διακοπές χωρίς να διαμαρτύρεται. Αυτή η στιγμή πρέπει να είναι μόνο δική της με τον μπαμπά της, τι θέλουν τώρα όλοι αυτοί οι μεγάλοι. Κάποια στιγμή που μένουν μόνοι γυρίζει στο μέρος της και της λέει  - « έλα εδώ είναι το ατελιέ του κυρίου Λούστα, φίλος καλός, μεγάλος ζωγράφος, θα σου αρέσει ο χώρος του. Θα δεις ζωγραφιές, έργα με βάρκες, τη θάλασσα».

 Ανοίγει με άνεση την τζαμένια πόρτα, από το παταράκι κατεβαίνει ένας ψιλόλιγνος άντρας με μούσι. Φορά ένα κοντό παντελόνι τύπου βερμούδα και ένα λευκό φανελάκι γεμάτο πιτσιλιές από τις μπογιές. Τους καλωσορίζει εγκάρδια. – « Έλα γιατρέ μου περάστε, τι να σας προσφέρω;» - « Τίποτα Κώστα μου σε ευχαριστούμε, περάσαμε με τη μικρή να δει τα έργα σου, θέλω να αγοράσω κάτι με βάρκες, ξέρεις πόσο αγαπώ τη θάλασσα». Η μικρή μαγεύεται από αυτό το χώρο που είναι γεμάτος, μπογιές, χρώματα, σχέδια, ζωγραφιές. Μαγεύεται από αυτόν τον ψιλόλιγνο άντρα με το μούσι που είναι ο δημιουργός. Η ματιά της πέφτει πάνω σε μια ψάθινη καρέκλα. Επάνω έχει ένα βιολί. Ένα υπέροχο όργανο μαζί με το δοξάρι του. Ο κρυφός της πόθος είναι να το πάρει στα χέρια της να το περιεργαστεί. Η μουσική είναι η κρυφή της λαχτάρα. Ένα όνειρο που τελικά δεν μπόρεσε ποτέ να πραγματοποιήσει. Τον συμπαθεί πολύ αυτόν τον κύριο τελικά. Την ώρα που ο μπαμπάς της περιεργάζεται τα έργα με τις βάρκες, εκείνος γυρίζει προς το μέρος της και της λέει – « ξέρεις και εγώ έχω ένα κοριτσάκι σαν και σένα, κάποια άλλη φορά να γνωριστείτε…» Η μικρή είναι μαγεμένη. Η συμφωνία κλείνει εύκολα, απλά, χωρίς πολλές κουβέντες. Οι δυο άντρες  συνεννοούνται άψογα. Ήρθε η ώρα να φύγουν αλλά η μικρή θα επιθυμούσε να μπορεί να ξαναπάει σύντομα σε αυτό το ατελιέ με τα χρώματα και το βιολί.

  Η μικρή μας μεγαλώνει ανάμεσα στα έργα του, θυμάται την επίσκεψη συχνά, ζητά να πάνε ξανά με τον μπαμπά της στον κύριο Ζωγράφο. Δε βόλεψε. Οι γονείς της διατηρούν μια επαφή, πηγαίνουν σε εγκαίνια εκθέσεών του, τυχαίες συναντήσεις στο δρόμο, αλλά ποτέ ξανά σε εκείνο το μαγικό μαγαζί γεμάτο, χρώματα, μυρωδιές, μουσική.

   Χρόνια μετά οι Βάρκες κοσμούν το δικό της σπίτι, χρόνια μετά συναντά σε μια αναδρομική έκθεση την συνομήλικη κόρη του Ζωγράφου. Γίνονται φίλες. Ο μπαμπάς της είχε δίκιο ταίριαξαν. Έχει και εκείνη, την έμφυτη ευγένεια, τη χάρη ενός ανθρώπου μιας άλλης εποχής. Οι μπαμπάδες τους δεν είναι πια κοντά τους, σωματικά τουλάχιστον. Είναι όμως στο πλευρό τους, με έναν τρόπο τις έφεραν κοντά. Το κοριτσάκι που δεν είναι πια κοριτσάκι πολλές φορές σκέφτηκε πόσο μεγάλη οικειότητα φέρνει αυτή η συνύπαρξη με τα έργα ανθρώπων που όταν τους γνωρίσεις προσωπικά γίνονται οι δικοί σου άνθρωποι.

 Στη Θεσσαλονίκη πολλοί έχουν να μεταφέρουν ιστορίες για το Λούστα, για τη γραφικότητα του, την ποιητική του διάθεση, για το γρήγορο της δουλειά του, την εξπρεσιονιστική του τοποθέτηση, για στιγμές διάδρασης, για τις μουσικές του εικόνες, για τις εκθέσεις του, για την γαλαντομιά του.  Νομίζω πως τα περισσότερα σπίτια έχουν τουλάχιστον ένα έργο του. Είναι ο δικός τους άνθρωπος. Ο δικός τους Ζωγράφος.

  Για την μικρή μας ηρωίδα είναι ο καλλιτέχνης που της έδωσε τη δυνατότητα να ονειρεύεται πως θα μπορέσει να πάρει μια από τις βάρκες του να ανοιχτεί στη θάλασσα μαζί με τον μπαμπά της για ψάρεμα. Είναι ο καλλιτέχνης που της επέτρεψε να μυρίσει, να δει, να νιώσει για πρώτη φορά το όμορφο χάος που υπάρχει μέσα στο κεφάλι των δημιουργών. Είναι ο άνθρωπος που της έδωσε τη δυνατότητα να θαυμάσει ένα βιολί και να φανταστεί εικόνες Μουσικής. Είναι ο άνθρωπος που δημιούργησε μια ανάμνηση μαζί με τον μπαμπά της που θα θυμάται για πάντα.

  Αυτός νομίζω ήταν ο Κώστας Λούστας. Ο άνθρωπος που μπορούσε με άνεση να μεταφέρει εικόνες και να φτιάξει αναμνήσεις που θα μείνουν ανεξίτηλες.

Το αχνό αποτύπωμα σημαντικών Ανθρώπων μέσα στην Ιστορία.

 

   Η περιέργεια είναι η κινητήριος δύναμη που μπορεί να ωθήσει της νεότερες γενιές να αναζητήσουν και να μάθουν πράγματα για το παρελθόν είτε αυτό αφορά την προέλευση, είτε το αποτέλεσμα πράξεων, είτε γεγονότα, είτε ιστορίες που καταλήγουν μύθοι από στόμα σε στόμα. Όλοι μας είμαστε μονάδες που χαρακτηριζόμαστε από τα πράγματα που μαθαίνουμε, πράττουμε, λέμε, δημιουργούμε, επιλέγουμε, διαλέγουμε, αντιμετωπίζουμε ή και τίποτα από όλα αυτά. Πιστεύουμε πως ορίζουμε τη Ζωή μας και είμαστε το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, ξεχνώντας πολλές φορές τις καταβολές, τις εμπειρίες, τις κουβέντες με τη μορφή συμβουλών, τα λάθη και τα σωστά ανθρώπων που έζησαν πριν από εμάς και κουβαλούν ένα κώδικα που αυτόκλητα μας μεταφέρουν και εμείς θα το μεταφέρουμε θέλοντας και μη στους επόμενους. Τι γίνεται όμως όταν δεν υπάρχουν επόμενοι; Τι γίνεται όταν ενώ θέλουμε πολύ να αφήσουμε μια παρακαταθήκη, αυτή χάνεται λόγω συγκυριών, αδιαφορίας, έλλειψης ανθρώπων;

   Μια τέτοια ιστορία θα σας διηγηθώ σήμερα για δυο μεγάλες κυρίες της Ιστορίας που χάθηκαν μέσα της  και δεν μπόρεσαν να βγουν ποτέ, γιατί κανένας δεν νοιάστηκε ή κανένας δε γνώριζε τις πράξεις τους μετά που έφυγαν από τη Ζωή ή ακόμα ακόμα οι ίδιες δεν φρόντισαν σωστά για την υστεροφημία τους.

                           

     Θα τις ονομάσουμε Ειρήνη και Ελένη στο τέλος θα σας παραθέσω το επίθετο γιατί οι ηρωίδες μας είναι πραγματικά πρόσωπα. Η καταγωγή τους είναι από το Μελένικο (σήμερα βρίσκεται στην επικράτεια της Βουλγαρίας) ελληνικό χωριό με μεγάλη παράδοση στο εμπόριο κρασιού. Ο θρύλος λέει πως στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν τόπος εξορίας όλων εκείνων των αξιωματούχων που έπεφταν σε δυσμένεια από τον Αυτοκράτορα. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι συνθήκες να είναι οι περισσότερες οικογένειες μεγάλες, πλούσιες, δραστήριες και εξαιρετικά μορφωμένες. Καταφέρνουν να φύγουν σχετικά εγκαίρως από τον τόπο τους πριν οι Βούλγαροι μπουν μέσα για να καταλάβουν την πόλη τους το 1912. Έτσι σώζεται μεγάλο κομμάτι από τις περιουσίες τους. Βέβαια, ως έξυπνοι έμποροι είχαν φροντίσει για την μεταστέγασή τους και την άνεσή τους. Άλλοι μετακομίζουν στη Θεσσαλονίκη, άλλοι στις Σέρρες. Οι πιο δυνατοί, ίσως δαιμόνιοι ίσως πιο διορατικοί έχουν ήδη δημιουργήσει δίκτυο και περιουσία στην Αθήνα.

 

  Σε ένα υπέροχο σπίτι σε μια έκταση πάνω από 5 στρέμματα στην Κηφισιά μεγαλώνουν σαν πριγκιποπούλες του παραμυθιού δυο κορίτσια. Η Ειρήνη και η Ελένη.  Οι μοίρες τα έχουν προικίσει με χάρη, ομορφιά, εξυπνάδα και γονείς που πιστεύουν στη μόρφωση και τη δύναμη της. Είναι κόρες του πατριάρχη της οικογένειας Σπανδωνίδη του Πετράκη. Άνθρωπος δυνατός, θεωρητικός, με έξυπνο βλέμμα στραμμένο στην επιτυχία. Συναναστρέφονται την αφρόκρεμα της εποχής. Πολιτικούς, διανοούμενους, στρατιωτικούς. Ο Βενιζέλος αλληλογραφεί με τον πατέρα, ο Ναύαρχος Κουντουριώτης ξεκουράζεται στο σαλόνι του σπιτιού, τα νέα παιδιά της πολυπληθούς οικογένειας κρύβονται μέσα στη μεγάλη και πλούσια βιβλιοθήκη που θα τη ζήλευαν εθνικές βιβλιοθήκες. Σε αυτή τη βιβλιοθήκη έβρισκε καταφύγιο ο κριτικός λογοτεχνίας Πέτρος Σπανδωνίδης ανεψιός του Πετράκη και σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων για τη Θεσσαλονίκη. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Φανταστείτε τις εικόνες στα βραδινά σουαρέ όπως στις ταινίες να λικνίζονται υπό το φως των κεριών, να συνομιλούν επί ίσοις όροις με άντρες που ορίζουν τις τύχες των ανθρώπων της μικρής Ελλάδας. Ας μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στην εποχή των αρχών του 20ο αιώνα. Εποχή ταραγμένη, γεμάτη αντιθέσεις και ιστορικές εξελίξεις. Μπορούν να ταξιδέψουν στην Ευρώπη, να ακούσουν Μουσική, να συναναστραφούν με απίθανες προσωπικότητες, να εκπαιδευτούν από τους πιο διάσημους δασκάλους, να ντυθούν με την τελευταία λέξη της Μόδας. Τα κορίτσια είναι πολύγλωσσα. Έχουν άνεση να σταθούν παντού, αυτοπεποίθηση και γνώση.  Η Ειρήνη διαβάζει ακατάπαυστα και μαγεύεται από τη δύναμη της γλώσσας, τον τρόπο που γεννιέται, τον τρόπο που την μιλούν οι τοπικές κοινωνίες.  Η Ελένη (1893-1965) ίσως πιο εύθραυστη αγαπά τη μουσική έχει απίστευτο ταλέντο μαθητεύει δίπλα στους πιο σημαντικούς μουσικούς της εποχής της και γίνεται μια από τις πιο γνωστές σολίστ πιάνου στην Ευρώπη μόλις σε ηλικία 16 χρόνων.

            Το φως θα πέσει πάνω στην Ειρήνη Σπανδωνίδου (1895-1959) τη μικρότερη  αδελφή. Με το θάνατο του πατέρα κληρονομούν μια τεράστια περιουσία που τους δίνει άνεση και δύναμη. Φανταστείτε τους μνηστήρες να πηγαινοέρχονται διεκδικώντας την καρδιά, το χέρι και την περιουσία φυσικά. Εκείνες αρνούνται. Η Ειρήνη αφιερώνεται ολοκληρωτικά στην καταγραφή της ντοπιολαλιάς των χωριών του Παρνασσού και της Κρήτης. Ζει τον περισσότερο καιρό του χρόνου στην Αγόριανη και στα Χανιά. Μελετά τους ντόπιους, τους παρατηρεί, τους χρηματοδοτεί βοηθώντας κάπως να καλυτερεύσει η ζωή τους. Τους υιοθετεί κατά κάποιον τρόπο. Ανεβαίνει στο βουνό, αγαπά την Αγόριανη ίσως περισσότερο από ότι την αγαπούν οι ντόπιοι. Δυσκολεύτηκε πολύ να τους πλησιάσει στην αρχή. Την βλέπουν με δυσπιστία. Τι θέλει αυτή η τόσο νέα και καλοβαλμένη πρωτευουσιάνα. Η εισβολή της στον τόπο και τη ζωή τους, τους ενοχλεί, τι σκοπό έχει. Είναι τόσο περήφανοι και κλειστοί δε θα αφήσουν εύκολα κάποιο ξένο και μάλιστα γυναίκα να μπει στα χωράφια τους.

   Το 1926 είναι το πρώτο καλοκαίρι που περνά η Ειρήνη εκεί. Οι Αγοριανοί κατάγονται από γενιά παληκαριών που πολέμησαν στην Επανάσταση του 1821. Είναι βουνίσιοι, απόμακροι. Τους πλησιάζει με υπομονή, θάρρος, δύναμη. Γνωρίζει ανθρώπους που θυμούνται ιστορίες και θρύλους μιας χαμένης εποχής. Πιστεύει πως το βουνό του Παρνασσού είναι το βουνό του Διόνυσου με τα πολλά πρόσωπα μαζί με τις Μαινάδες του, όχι του μουσικού Απόλλωνα. Το 1931 αρχίζει και συλλέγει το υλικό της. Δημοσιεύει για πρώτη φορά το 1939 τα τραγούδια της Αγόριανης. Ήδη από το 1935 έχει εκδώσει τα Κρητικά Τραγούδια αναλύοντας με σαφή τρόπο πως συνέλλεξε, αντέγραψε, κατέταξε τα δημοτικά. Παράλληλα κατέθεσε απλά (πρόχειρα όπως σημειώνει η ίδια στην Εισαγωγή του βιβλίου Τραγούδια της Αγόριανης) τα πιστεύω της για τα δημοτικά τραγούδια, τη γέννηση, τη διαμόρφωση, την παραμόρφωση και τα χαρακτηριστικά τους. Πάντα συμπληρώνει το πόνημά της με προσωπικές παρατηρήσεις, επεξηγήσεις. Δεν καταλήγει σε συμπεράσματα γιατί έχει πρόθεση να συνεχίσει την έρευνα της και να τα εκδώσει όλα μαζί σε μια έκδοση. Εξηγεί απλά τη μεθοδολογία που ακολούθησε. Ο τρόπος που κινήθηκε μέσα στην έρευνα κίνησε την προσοχή μεγάλων και σημαντικών λαογράφων της εποχής της από την Ευρώπη που ασχολούνται με άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως για παράδειγμα η Ρούμελη.  Την αντιμετώπισαν ως ίση. Αρχείο της δουλειάς της υπάρχει στη Γαλλία.  Δυστυχώς στη σύγχρονη εποχή αυτοί είναι γνωστοί στους νέους ερευνητές όπως το ζεύγος Μιλλιέ σημαντικότατο λαογράφοι, η Ειρήνη Σπανδωνίδου έχει μείνει στην αφάνεια. Η μεθοδολογία της όμως θα ήταν σημαντικό εργαλείο για την περαιτέρω έρευνα και καταγραφή.

   Ποια ήταν η κινητήριος δύναμη να ασχοληθεί κάποιος με μια γυναίκα που ήταν σημείο αναφοράς στον καιρό της, που χάρη σε εκείνη σώθηκαν γραπτώς δημοτικά τραγούδια, ιδιωματισμοί, λόγος, πολύτιμα εργαλεία για τη δουλειά των ερευνητών;  Ένα εύρημα που από τη χρονιά του θανάτου της το 1959 έως το 1965 που πέθανε η μεγάλη της αδελφή και από το 1982 που έφυγε από τη ζωή η κληρονόμος της και έφτασε στα χέρια των δικών της κληρονόμων έως σήμερα κανένας δεν ασχολήθηκε, νοιάστηκε, διάβασε ή αναρωτήθηκε. Το έργο της με τα χειρόγραφα της σε ένα χάρτινο βαλιτσάκι γεμάτο σκόνη που σώθηκε χάρη στη διορατικότητα μια άλλης γυναίκας. Μέσα σε αυτό το χάρτινο βαλιτσάκι υπάρχουν σελίδες πολυκαιρισμένες, με σκέψεις, μέθοδο, εικόνες μιας ζοφερής εποχής όπως αυτή της Κατοχής, ανέκδοτα έργα, διορθώσεις με μολύβι, λογαριασμοί και ο κόπος ενός ανθρώπου που στάθηκε πιστός μέχρι το τέλος στην κλίση του.  

                      

 

   Η Ζωή της Ειρήνης ήταν δύσκολη. Λόγω της άπταιστης χρήσης των ιταλικών, γερμανικών και των αγγλικών όλες οι πλευρές στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θεώρησαν πως είναι κατάσκοπος. Βασανίστηκε, φυλακίστηκε, άντεξε και συνέχισε με απίστευτο ζήλο να καταγράφει όχι μόνο τα λαογραφικά πια αλλά και τις συνθήκες ζωής στην Κατοχή, σκηνές, συμπεριφορές, τον πόνο, την πείνα.  Η περιουσία σιγά σιγά μειώνεται. Αρχίζει να πουλά στην αρχή αντικείμενα, πράγματα πολύτιμα, μετά λίγη γη για να μπορέσει να ζήσει, να κρατηθεί και να συνεχίσει. Δίπλα της είναι η αδελφή της Ελένη ή Ελλάδα. Φωτεινό μουσικό μυαλό αλλά πιο εύθραυστη ίσως λιγότερο δυνατή. Ο πόλεμος περνά έρχεται ο εμφύλιος τα κορίτσια έχουν μεγαλώσει αλλά η Ειρήνη συνεχίζει να καταγράφει. Είναι πολύ άρρωστη αλλά αντέχει, προσπαθεί να προλάβει να παραδώσει στο κοινό της όση περισσότερη γνώση από αυτή που έχει συλλέξει. Η εντολή στην αδελφή της είναι μετά το θάνατό της να εκδοθεί το τελευταίο της έργο «Οι Σταυροί της Άμυνας μου». Για χρόνια θεωρήθηκε χαμένο. Βρέθηκε μέσα στο βαλιτσάκι με τα χειρόγραφα. Δυστυχώς η Ελένη – Ελλάδα δεν μπορεί να εκπληρώσει την επιθυμία της αδελφής της. Έχει να αντιμετωπίσει τους προσωπικούς της δαίμονες. Νιώθει πολύ μεγάλη και είναι πολύ κουρασμένη. Κλείνεται στον εαυτό της στο μεγάλο σπίτι της Κηφισιάς που για να ζεσταθεί χρειάζεται σόμπες. Μια μέρα του Ιανουαρίου του ’65 από μια τέτοια ηλεκτρική σόμπα το σπίτι παίρνει φωτιά. Η Ελένη πεθαίνει από καρδιακή προσβολή. Στο σώμα της βρέθηκαν εγκαύματα. Οι εφημερίδες τη θυμούνται ως γνωστή πιανίστα και μουσικοκριτικό. Οι Κηφισιώτες την έβλεπαν ως έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που είχε χάσει την αίγλη του. Δεν ήξεραν ποια είναι. Μια γραφική φιγούρα βγαλμένη από άλλες εποχές, κλειστή και απόμακρη, που αγάπησε την ιστορία της Ελλάδας και για αυτό πήρε και το όνομά της.

   Όμως αυτά τα κορίτσια υπήρξαν, δημιούργησαν, μεγαλούργησαν, πήραν τα ταλέντα τους και τα απογείωσαν σε δύσκολες μέρες εκμεταλλευόμενες την άνεση του σπιτιού τους και άφησαν μια παρακαταθήκη που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μείνει χαμένη. Ήταν απίστευτες γυναίκες που διεκδίκησαν το χώρο που τους άρμοζε. Τώρα η νεότερη Ιστορία θα πρέπει έστω και 65 χρόνια μετά να τους δώσει τη θέση που τις αξίζει.

 Δεν μπορεί να μη νιώθεις μια κάποια περηφάνεια όταν κατάγεσαι από τέτοιες προσωπικότητες που η ιστορία τους μπορεί να μοιάζει με παραμύθι αλλά ξέρεις σίγουρα πως υπήρξαν και μετέφεραν τον κώδικά τους σε σένα. Ίσως αυτό τελικά εξηγεί πολλά σε σχέση με τη γνώση, την περιέργεια, το πείσμα και την ανάγκη για περισσότερα. Ίσως τελικώς εξηγεί και συμπεριφορές που ο μέσος όρος δεν μπορεί να κατανοήσει. Αυτές οι γυναίκες διδάσκουν όμως την επιμονή, την υπομονή, τη δύναμη και την πίστη σε ένα σκοπό που μπορεί να είναι αχόρταγος και απαίτησε  όλες τις δυνάμεις τους αλλά στο τέλος της μέρας κάποια στιγμή θα βρεθεί αυτός ο ένας που θα φροντίσει για την υστεροφημίας τους.

 Σας ευχαριστώ!

Πολωνία, μια πονεμένη πεισματάρα Χώρα

 


  Σήμερα η ιστορία μας αφορά μια Χώρα που ενώ στο χάρτη βρίσκεται στο κεντρικό μέρος της Ευρώπης, πατά με το ένα πόδι στην Ανατολή και με το άλλο στη Δύση για αιώνες. Μια απέραντη πεδιάδα που δεν έχει σημείο για να προστατευτεί, έγινε βορά στις επεκτατικές ορέξεις παρανοϊκών ανθρώπων μέσα στη ιστορία, κομμάτι διαπραγμάτευσης και ανταλλαγής χωρίς να τους ενδιαφέρει πόσο μπορεί να υποφέρουν οι κάτοικοί της. Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια εξελίσσεται, αναπτύσσεται και μεγαλώνει με ταχύτατους ρυθμούς, αναδεικνύοντας ένα πείσμα και μια επιμονή απαράμιλλη.

  Η δεύτερη μεγάλη πόλη της Πολωνίας είναι η Κρακοβία κτισμένη στα νότια. Μια πόλη με μεγάλη αρχοντιά δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα τις πόλεις της δυτικής Ευρώπης. Η ιστορία της ξεκινά μέσα στα χρόνια του Μεσαίωνα και αποτελεί μνημείο πολιτιστικής κληρονομίας της Unesco. Το πανεπιστήμιό της είναι ένα από τα παλαιότερα της Ευρώπης. Το κάστρο της Βάβελ ενώ θα μπορούσε να μοιάζει με το κάστρο της Βαβέλ δεν έχει καμία σχέση. Βρίσκεται επάνω στο λόφο της Βάβελ και ήταν ο τόπος που ενθρονίζονταν οι βασιλείς της Πολωνίας. Η πατρίδα του Κοπέρνικου που επαναδιατύπωσε την ηλιοκεντρική θεωρία του Ηλιακού συστήματος, που πρώτος είχε διατυπώσει ο Αρίσταρχος ο Σάμιος 2.000 χρόνια πριν.  

   Στην Κρακοβία έζησε ο δεύτερος μεγαλύτερος πληθυσμός Εβραίων Πολωνών που εκτοπίστηκε και εξοντώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Εβραϊκή Συνοικία παρόλο που σήμερα δε διατηρεί σχεδόν τίποτα από εκείνη την εποχή έχει να διηγηθεί πολλές ιστορίες ανθρώπων που έστησαν τις ζωές τους, έζησαν, δημιούργησαν, ευημέρησαν, περιορίστηκαν, εκτοπίστηκαν και στο τέλος εξοντώθηκαν. Εδώ γυρίστηκε η ταινία « Η Λίστα του Σίντλερ».

  Σε απόσταση 2 ωρών περίπου υπάρχει κρυμμένη μια ακόμα απόδειξη για το τι είναι ικανός ο άνθρωπος να καταφέρει. Το Αλατωρυχείο της Βιελίτσκα. Η εξόρυξη ξεκίνησε τον 13ο αιώνα και είναι το δεύτερο αρχαιότερο αλατωρυχείο της Ευρώπης. Η εξόρυξη αλατιού συνεχίστηκε απρόσκοπτα έως το 1996. Εκτείνεται σε 9 υπόγεια στρώματα με βάθος 327 μέτρα, περισσότερες από 2040 αίθουσες, 300χλμ σε στοές. Όλα λαξευμένα πάνω σε συμπαγείς όγκους αλατιού. Στο βάθος υπάρχουν υπόγειες λίμνες. Το μουσείο βρίσκεται στον τρίτο όροφο σε βάθος 130 μέτρων. Η επισκέψιμη διαδρομή είναι περίπου 2χλμ. πεζή. Καλλιτέχνες αλατωρύχοι σμίλεψαν αγάλματα και παραστάσεις από αλάτι. Το παρεκκλήσι της Ευλογημένης Κίνγκα είναι ένας καθεδρικός ναός 54μ. επί 17μ. με ύψος 12 μέτρα. Η κατασκευή του διήρκεσε πάνω από 30 χρόνια μεταξύ 1896-1927 και χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 20.000 τόνοι από συμπαγές αλάτι. Τα πάντα μέσα στο ναό είναι από αλάτι. Υπάρχει αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο Ντα Βίντσι.

 

 Όπως σας έγραψα στην αρχή η Πολωνία έχει βιώσει πολλές απώλειες, όλεθρους, καταστροφές, κατακτήσεις και θηριωδίες. Σε μια όχι πολύ μακρινή απόσταση από την Κρακοβία, βρίσκεται ένας από τους πιο γνωστούς τόπους που η ανθρώπινη βαρβαρότητα ξεπέρασε τον εαυτό της. Σίγουρα δεν είναι ο μόνος αλλά ίσως είναι από τους πιο γνωστούς στον κόσμο. Το Auschwitz Birkenau. Αρχικά στρατώνας μετατράπηκε γρήγορα από τους Ναζί σε τόπο μαρτυρίου για πολλές ομάδες ανθρώπων, εξαντλώντας και την πιο ζοφερή φαντασία σε ευρηματικότητα για το κακό. Παρόλο που σήμερα είναι αρκετά πιο λουστραρισμένο, δεν μπορεί να μην επηρεαστεί κανείς από την επίσκεψή του εκεί,  σκεπτόμενος πως η βαναυσότητα δεν έχει όριο και πως η ανάγκη για εξουσία φέρνει την απόλυτη αποκτήνωση. Αυτοί οι τόποι πρέπει να γίνονται μάρτυρες για να μην επαναλαμβάνονται τα ίδια λάθη, κάτι που δυστυχώς δε συμβαίνει, σαν οι άνθρωποι να έχουν κοντή έως ανύπαρκτη μνήμη.   

   Σε απόσταση 3,5 ωρών βορειοανατολικά της Πολωνίας βρίσκεται η πρωτεύουσα της, η Βαρσοβία. Μια πόλη που με το πείσμα των κατοίκων της ενάντια στους νέους κατακτητές της ξανακτίστηκε μετά τον πόλεμο, αφού είχε καταστραφεί σχεδόν κατά 90%, στην αρχική της μορφή. Οι κάτοικοι χρησιμοποίησαν τα συντρίμμια, τα ερείπια, πρόσφεραν προσωπική εργασία και κομμάτι από το υστέρημά τους. Η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν τους άφησε να κτίσουν την παλιά πόλη όπως ήταν ως μια ένδειξη μεγαλοψυχίας και ψευδαίσθησης πως τα πράγματα δε θα αλλάξουν. Γύρω όμως από την παλιά πόλη τα τεράστια μπλοκ κτιρίων, το γκρίζο, οι μεγάλοι όγκοι, οι τεράστιοι δρόμοι, οι υπερμεγέθεις κατασκευές δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία για τα χρόνια που πέρασε η Βαρσοβία. Είναι μια εξαιρετικά απλωμένη πόλη και αυτό της δίνει τη δυνατότητα σήμερα να αποκτά γειτονιές με πολύ υψηλά γυάλινα κτήρια στα πρότυπα του City του Λονδίνου. Οι αντιθέσεις αυτές όμως της δίνουν μια πολύ ενδιαφέρουσα διάσταση. Από τη μια η παλιά πόλη που έχει ζωή μόλις 70 χρόνια αλλά σε παραπέμπει στην εποχή της μπαρόκ ιστορίας της πόλης, τα τεράστια γκρι μπλοκ της σταλινικής εποχής και το σήμερα με τους τεράστιους γυάλινους όγκους. Το βασιλικό πάρκο με μεγάλη ποικιλία από ζώα και φυτά, πάνω σε ένα νησί φιλοξενεί το ανάκτορο Λαζιένσκι στα πρότυπα της λουτρόπολης του Μπαθ στην Αγγλία και είναι μια υπέροχη όαση μέσα σε αυτή την τόσο μεγάλη πόλη.

  Η Πολωνία έχει να προσφέρει πολλούς σημαντικούς ανθρώπους που πρόσφεραν την διάνοια και το ταλέντο τους στην ανθρωπότητα. Ένας από αυτούς ο μουσουργός Φρεντερίκ Σοπέν(1810-1849). Εκπρόσωπος του ρομαντισμού, παιδί – θαύμα, ένας από τους μεγαλύτερους πιανίστες της εποχής του. Μεγάλωσε σε μουσικό περιβάλλον μια και οι γονείς του ήταν μουσικοί. Το 1830 φεύγει από τη Βαρσοβία για τη Βιέννη για ρεσιτάλ. Δε θα γυρίσει ποτέ. Η επανάσταση που ξέσπασε στη χώρα κατά της τσαρικής εξουσίας δεν του άφησε κανένα περιθώριο. Ζει στο Παρίσι άνετα. Φίλοι του είναι ο Φράντς Λίστ και η Γεωργία Σάνδη γνωστή εκκεντρική συγγραφέας με την οποία έζησε μια σχέση εννέα ετών. Αρρωσταίνει από φυματίωση. Πιστεύοντας πως το κλίμα της Μαγιόρκας θα τον βοηθήσει ταξιδεύει εκεί. Στη Μαγιόρκα αντιμετωπίζουν με τη Σάνδη τα κουτσομπολιά του κόσμου γιατί παραμένουν ανύπαντροι. Η υγεία του επιδεινώνεται. Σιγά σιγά το ζευγάρι απομακρύνεται και το 1847 χωρίζει. Ο Σοπέν πηγαίνει στην Αγγλία το 1848 για ρεσιτάλ. Η επιστροφή του στο Παρίσι τον βρίσκει με πολύ κακή υγεία και περιορισμένο οικονομικά. Πεθαίνει στο Παρίσι το 1849. Στη διαθήκη του δηλώνει την τελευταία του επιθυμία να μεταφερθεί η καρδιά του Βαρσοβία. Θάβεται στο Παρίσι, η καρδιά του όμως όντως μεταφέρθηκε στην πόλη που αγάπησε όπου φυλάσσεται έως σήμερα.

  Η επίγευση που σου αφήνει ένα ταξίδι στην Πολωνία είναι πως ενώ έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης που λίγο ή πολύ μοιάζουν μεταξύ τους, η ατμόσφαιρα που υπάρχει γύρω και πλανάται είναι πως οι άνθρωποι μέσα από μεγάλη καταπίεση, διωγμούς, ταλαιπωρίες, πόνο και κόπο, επιδεικνύουν μια τεράστια δύναμη για εξέλιξη, πρόοδο και ανάδειξη της προσωπικής τους ταυτότητας αποτινάσσοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τα επίκτητα χαρακτηριστικά των κατακτητών τους μέσα στα χρόνια και μπράβο τους! 

Ευχαριστώ φίλους καλούς, που με τις Εικόνες τους συμπλήρωσαν την Ιστορία μου! Εις το επανειδείν!

Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας (1906-1994)

 

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994)

   Από την τελευταία μου καταχώριση και μετά σκεφτόμουν έντονα ποιος καλλιτέχνης θα μπορούσε να σας συγκινήσει όπως συγκινεί εμένα. Ρώτησα, σκέφτηκα, άκουσα, αναρωτήθηκα και κατέληξα πως οι ιστορίες μου δεν περιορίζονται μόνο στα απτά καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά αλλά προσπαθούν να αγγίξουν και την ανθρώπινη διάσταση, όπως τη νιώθω προσωπικά.

  Τη σημερινή ιστορία θα μου επιτρέψετε να την αφιερώσω σε έναν νέο καλλιτέχνη που ξεκινά να βρει το μονοπάτι του κουβαλώντας πολλά εφόδια, πολλή αγάπη, πολλή δύναμη, ενέργεια και ανακαλύπτει πως η Τέχνη που υπηρετεί μπορεί να είναι αχόρταγη και πολλές φορές σκληρή αλλά συγχρόνως παίζει το ρόλο του καταφυγίου και της ίασης.

   Ο ήρωας μου σήμερα είναι ένας μεγάλος Έλληνας καλλιτέχνης που αποτέλεσε κομμάτι μιας Ελλάδας φωτεινών μυαλών, προσωπικοτήτων, λάμψης και δημιουργίας αλλά και πολύ σκοτεινών, δύσκολων, ζοφερών χρόνων.  Ένας αστός, αριστοκράτης, καλομεγαλωμένος που θα έπρεπε να ακολουθήσει τις συμβάσεις αλλά αντιστάθηκε και άκουσε την κλίση του. Οι γυναίκες της Ζωής του έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Η μητέρα του αρωγός και υποστηρικτής όπως και οι δυο σύζυγοί του που ήταν στο πλευρό του. Μέντορες, μαικήνες , θαυμάστριες, η δύναμη πίσω από το δημιουργό.

Το Κόκκινο Τραπέζι(1987)

   Ο Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994) υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς, παραγωγικούς, δραστήριους και σύγχρονους καλλιτέχνες της γενιάς του. Θα σας διηγηθώ μια σύντομη ιστορία λίγο καιρό μην πεθάνει. Νομίζω πως ήταν το 1993 σε μια γκαλερί της Αθήνας στο Κολωνάκι. Αν δε με απατά η μνήμη μου στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Σε ένα σημείο της αίθουσας κάθεται ένας πολύ ηλικιωμένος άνδρας που αποπνέει συμπάθεια, ηρεμία, αλλά το βλέμμα του παραμένει κοφτερό και οξύ, παρατηρεί τον κόσμο. Η παρουσία του δηλώνει πως είναι παρών. Ο κόσμος απολαμβάνει τα εκθέματα, στροβιλίζεται στο χώρο, συζητά, κάποιοι τον χαιρετούν, κάποιοι δεν καταλαβαίνουν ποιος είναι. Τον πλησιάζω με δισταγμό και του λέω με μεγάλη συστολή «σας ευχαριστώ για το ταξίδι». Μου απαντά απλά και σταθερά χωρίς πολλά πολλά «να είστε καλά». Χρόνια πολλά μεγαλώνοντας, ωριμάζοντας και αποκτώντας μια κάποια εμπειρία σκεφτόμουν πως αυτό που αποζητούμε οι περισσότεροι άνθρωποι στη Ζωή είναι το ταξίδι. Ο Γκίκας μέσα από το έργο του μας το πρόσφερε. Μας πρόσφερε το Χώρο για να κινηθούμε. Στην αρχή κλασσικά, συγκεκριμένα, στη συνέχεια κυβιστικά, αφαιρετικά, πολυεπίπεδα. Τα ταξίδια του τον καθόρισαν, οι άνθρωποι που συνυπήρξε επίσης. Οραματιζόταν σε μια εποχή ταραγμένη αλλά και εξαιρετικά παραγωγική. Καταγωγή από την Ύδρα, Αθήνα, Παρίσι, πάλι Αθήνα, ταξίδια στην Ανατολή, Λονδίνο και τέλος πάλι Αθήνα.  Συναναστροφή με ανθρώπους, φίλοι που ήταν εξίσου σημαντικοί.  Ζωγράφος, Γλύπτης με αρχιτεκτονικά στοιχεία, Χαράκτης, Σκηνογράφος,Δάσκαλος,Εκδότης,Ακαδημαϊκός.

Το Πρώτο Πρωινό του Κόσμου, Σκηνικό για την Περσεφόνη των Αντρέ Ζιντ – Ιγκόρ Στραβίνσκι (1961)

 

  Κρατούσε την αριστοκρατική του υπόσταση με μια αυστηρότητα. Δεν ξέρω αν ήταν συμπαθής, αν ήταν προσιτός αλλά τα έργα του είναι οικεία σε γεμίζουν με επιθυμίες και όνειρα. Αν δεις κάποιες φορές κομμάτια του μετά τον αναγνωρίζεις χωρίς δισταγμό.

 Στο Εργαστήριο

 

    Μετά το χαμό της δεύτερης συζύγου του το 1989 θέλησε να δημιουργήσει μια μονοπρόσωπη πινακοθήκη με τα έργα του στο πατρικό του σπίτι στην Κριεζώτου 3. Το κληροδοτεί στο Μουσείο Μπενάκη.  Προσωπικά είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου μέρη πολιτισμού στον κόσμο. Το Μουσείο Μπενάκη με πολλή δουλειά και έμπνευση ακολουθώντας τις επιταγές του Καλλιτέχνη όσο αφορά το έργο του κατάφερε να συγκεντρώσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης στους 5 ορόφους του Μεγάρου Χατζηκυριάκου – Γκίκα. Ο πέμπτος και ο τέταρτος όροφος είναι μέρος της ιδιωτικής κατοικίας του με έργα, έπιπλα, κατασκευές , αντικείμενα, το εργαστήρι του ζωγράφου. Πολλά στήθηκαν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ίδιου μέχρι το θάνατό του. Οι υπόλοιποι όροφοι είναι ένα μεγάλο ταξίδι στους ποιητές μας (εκεί βρίσκονται τα δυο ελληνικά Νόμπελ Σεφέρης – Ελύτης), ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, χορογράφοι, χορευτές, λαογράφοι, μουσικοί, σκιτσογράφοι, λογοτέχνες. Είναι όλοι μαζί και συνομιλούν μεταλαμπαδεύοντας εμπειρίες, στιγμές, χώρους και μια Ελλάδα ίσως πιο ρομαντική που δεν ξέρω αν μπορεί να ξαναυπάρξει έστω και με μια διαφορετική μορφή εμπεριέχοντας τις σημερινές προκλήσεις.

  Κλείνοντας θα ήθελα να σταθώ σε αυτό που θεωρώ πως υπήρξε η αφετηρία του Γκίκα. Ο Πικιώνης μεγάλος Αρχιτέκτονας – Δάσκαλος  αλλά και εξαιρετικός ζωγράφος, μεταλαμπάδευσε την πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία. Τα απλά και ασήμαντα είναι αυτά που έχουν σημασία. Η Ιστορία μας, οι καταβολές μας, η ηθική μας. Γνωρίζοντας τον, ο Γκίκας επηρεάστηκε σε βαθμό που άρχισε την αναζήτηση  στα βυζαντινά, στα λαϊκά , το από που προερχόμαστε όπως έλεγε και ο ίδιος. Αυτό που κατάφερε κατά τη γνώμη μου πάνω από όλα ήταν να μεταφέρει με καθαρή ματιά αυτά που έβλεπε και του κέντριζαν το ενδιαφέρον προκαλώντας συγκίνηση ακόμα και στους μη μυημένους.

  Ίσως θα είχε ενδιαφέρον και για τους νεότερους καλλιτέχνες η ματιά προς τα πίσω σε συνδυασμό με τις νέες προσκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν. Κρατώ πάντα τη σκέψη πως οι άνθρωποι έχουμε τη δημιουργία μέσα μας άρα ακόμα και σε ζοφερούς καιρούς κάποιοι θα καταφέρουν να τη φέρουν στην επιφάνεια.

 

Λαϊκά Παιχνίδια (1935)

   

 

    Πηγή  για τα στοιχεία και τα έργα που σημειώνονται παραπάνω είναι το λεύκωμα του Μουσείο Μπενάκη, ΚΡΙΕΖΩΤΟΥ αρ.3 ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΗΚΥΡΙΑΚΟΣ – ΓΚΙΚΑΣ Το Σπίτι, το Εργαστήριο και η Πινακοθήκη, Εβίτα Αράπογλου 2011.

Γνωριμία με Μεγάλους Αγαπημένους Ζωγράφους (μέρος πρώτο Μάρκ Σαγκάλ 1887-1985)

 

  Πολλές φορές έχουμε αναφέρει πως πίσω από τα αριστουργήματα που θαυμάζουμε, αναλύουμε, τοποθετούμε σε ρεύματα και ξεχωρίζουμε, υπάρχουν άνθρωποι. Με αδυναμίες, δυσκολίες, οικογένεια, ανασφάλειες, αγωνίες, ευαισθησίες που έχουν την ικανότητα να τα μετουσιώνουν σε δημιουργία και να αντικατοπτρίζουν την εποχή τους. Σκέφτηκα λοιπόν να σας παρουσιάσω μια σειρά από καλλιτέχνες (τους δικούς μου αγαπημένους) από την Ελλάδα και το Εξωτερικό σε μια προσπάθεια να κινήσουμε το ενδιαφέρον μας και να καταλάβουμε σε συνέχεια της προηγούμενης δημοσίευσης πως τελικά η Τέχνη είναι εδώ για να μας θεραπεύσει και όχι για να την απορρίπτουμε γιατί δεν είναι για μας, νιώθοντας αδύναμοι επειδή δεν κατανοούμε κάποια βαθύτερα νοήματα.

Αυτοπροσωπογραφία με επτά δάχτυλα (1911) Βασιλική Συλλογή Χάγη

  Θα ξεκινήσουμε αυτό μας το ταξίδι με τον Μαρκ Σαγκάλ (1887 – 1985) που ήταν ο μακροβιότερος της γενιά του, έζησε σχεδόν έναν αιώνα. Παιδί μιας εξαιρετικά αυστηρής οικογένειας που πίστευε πως κάθε τι αναπαραστατικό είναι μιερό και άρα πρέπει να είναι απαγορευμένο. Βαθιά θρησκευόμενοι, βασιζόμενοι στον προφορικό λόγο των Γραφών, έδιναν σημασία στη σχέση του ανθρώπου με το Θεό και μόνο. Η οικογένεια είναι Χασιδίτες. Το δόγμα θεμελιώθηκε στους αγρότες της Ρωσίας και σε κάποιες κοινότητες της Πολωνίας. Βασικός πυρήνας είναι πάντα η οικογένεια. Ο πατέρας του Σαγκάλ μια μορφή απλησίαστη, πάστωνε ψάρια για να ζήσει την οικογένειά του. Η μητέρα του κόρη κρεοπώλη γεμάτη ζωντάνια και ενέργεια. Αυτή η αντίφαση θα τον ακολουθεί πάντα στη ζωή του. Θα τους αποτυπώνει στο κέντρο του χώρου του ως την ανάμνηση και το βασικό συστατικό πάνω στο οποίο βασίζεται το πνεύμα και η ιστορία του λαού του. Από τη μια η υποταγή και από την άλλη η δημιουργία μέσα από την ατράνταχτη πίστη στο Θεό.

                        

                          Εγώ και το Χωριό (1911) Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Νέα Υόρκη

  Πείθει τη μητέρα του να τον γράψει στη Σχολή Σχεδίου και Ζωγραφικής του τοπικού καλλιτέχνη Πεν. Οι αρχές που υπηρετούσε ο δάσκαλος του ήταν στραμμένες στον αυστηρό ακαδημαϊσμό και στο ρεαλισμό, κάτι που γρήγορα ο νεαρός Σαγκάλ βαρέθηκε. Από το 1907 αρχίζει να εφευρίσκει νέους δρόμους δημιουργίας και έκφρασης. Είναι περισσότερο αυτοδίδακτος από ένας καλλιτέχνης που υπακούει σε νόρμες και κανόνες. Το κόκκινό του είναι απαράμιλλο, το μπλε του το ίδιο, το πράσινο δεν έχει ταίρι.  Παίρνει στα χέρια του το πεπρωμένο των ανθρώπων του και το μετουσιώνει σε εικόνες. Το 1907 τον βρίσκει στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί έρχεται σε επαφή με τη ματιά της πόλης που κοιτά προς τη Δύση. Θαμπώνεται από το φως της. Αντιμετωπίζει τις όποιες δυσκολίες όχι ως εμπόδια αλλά ως κίνητρο για να πάει πιο μπροστά. Γνωρίζει καλλιτέχνες, ζωγράφους, χορευτές, σχεδιαστές, επιδρά και αλληλεπιδρά. Το πνεύμα σύγχρονο, οι εικόνες παιχνιδιάρικες, τα νοήματα κρυμμένα. Αποκτά ελευθερία στην έκφρασή του.

                         

                        Το Παρίσι μέσα από το παράθυρο (1913) Μουσείο Γούγκενχαϊμ Νέα Υόρκη

    Το 1910 τον βρίσκει νεαρό στο Παρίσι που γίνεται η δεύτερη πατρίδα του και είναι η ουσία της ύπαρξης του. Είναι περίεργος, ρουφά με απίστευτη θέρμη όλα όσα βλέπει, επισκέπτεται τα μουσεία, τις γκαλερί, βλέπει έργα του Κουρμπέ, του Μανέ, του Μονέ, του μπαίνουν νέες ιδέες δημιουργίας και έκφρασης, γνωρίζει ανθρώπους, μπαίνει στον κύκλο του Απολινέρ. Ο Απολινέρ είναι ο πρώτος που τον αναφέρει σε ποίημά του το 1911. Για να του δείξει την εκτίμησή του ζωγραφίζει τον πίνακα Τιμή στον Απολινέρ(1911-1912).

           

                 Τιμή στον Απολινέρ (1912) Κρατικό Μουσείο Άμστερνταμ

  Το ένα αριστούργημα διαδέχεται το άλλο. Η φαντασία του οργιάζει. Αρχίζει να ζωγραφίζει πιο εκλεπτυσμένα χωρίς όμως να χάνει τα νοήματα που θέλει να φέρει στο φως. Ο Χώρος, ο Χρόνος συνδέονται σε μια αέναη μάχη σύνδεσης και ταύτισης. Η δουλειά του γίνεται αντικείμενο ανάλυσης το 1941 του Αντρέ Μπρετόν μεγάλου σουρεαλιστή φιλοσόφου. Σέβεται απεριόριστα τους καλλιτέχνες που δημιούργησαν πριν από εκείνον που με τα έργα τους, του δίδαξαν τη σημασία του Χρώματος. Καλλιτέχνες όπως ο Βαν Γκογκ, ο Γκογκέν, ο Ματίς. Παρόλο που δεν πιστεύει στον Κυβισμό παίρνει τα εκφραστικά στοιχεία που θα εξυπηρετήσουν το δικό του αφήγημα.  Σε όλα του τα έργα υπάρχει όμως η απώλεια, η αίσθηση του χαμένου παραδείσου. Η ματιά του είναι διαισθητική. Ότι περιγράφει προέρχεται από τη μνήμη του. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως δεν καταλαβαίνει ή δεν αφουγκράζεται την εποχή του. Ίσα ίσα προσπαθεί όμως να συνδέσει όλα αυτά που επηρεάζουν ή προβληματίζουν τους ανθρώπους διαχρονικά σε πολλές διαφορετικές χρονικές διαστάσεις. Βαδίζει ανάμεσα στο μύθο, το παραμύθι, τη φαντασία και την πραγματικότητα αριστοτεχνικά.

                                   

                                                  Ο βιολιστής (1912-1913) Βασιλική Συλλογή Χάγη  

 

        

           Κρίνα της κοιλάδας (1916) Γκαλερί Τρετιακόφ, Μόσχα (δωρεά Γ. Κωστάκη)

Η έναρξη το πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου τον βρίσκει στη Ρωσία. Παντρεύεται και αποκτά την κόρη. Στηρίζει το πνεύμα της εποχής, είναι ένθερμος υποστηρικτής της Επανάστασης. Βοηθάει στην αναμόρφωση της Τέχνης και των χώρων που την υπηρετούν. Ξεκινά να συνεργάζεται με τον Μάλεβιτς. Αλλά όπως γίνεται συνήθως το νεότερο είναι αυτό που ξεπερνά το παλαιότερο και το αφήνει πίσω.  Έτσι  η Πρωτοπορία σιγά σιγά τον απομονώνει.  Αναγκάζεται να φύγει. Από εκεί και πέρα ζει από τη ζωγραφική και για τη ζωγραφική. Συνεχίζει να πειραματίζεται, δημιουργεί, μένει πιστός στο σήμερα μέσα από τη μνήμη. Συνδυάζει όλα αυτά που πήρε από τον τόπο του σε όλες τις περιόδους με τα στοιχεία και τους ανθρώπους που συναναστράφηκε στο Παρίσι. Γίνεται πολίτης του κόσμου. Παίζει με τα υλικά αλλά πάντα πρωταγωνιστής είναι η Ανάμνηση μέσα από το Χρώμα. Χρησιμοποίει την εμπειρία του και κάνει τη ζωγραφική του Ζωή. Ονειροπολεί και ζει συγχρόνως. Μας λέει παραμύθια γεμάτα μουσική και χρώμα που συμβαίνουν στο άχρονο του Χρόνου. Αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε για τον Σαγκάλ είναι πως είναι ένας μεγάλος παραμυθάς που όσο και αν προσπαθήσεις να μην αφιερώσεις τη ματιά σου, οι ιστορίες του θα σε συνεπάρουν.

 

                    

                               Ο Χρόνος είναι ένα ποτάμι χωρίς όχθες, (1930-1939) Συλλογή Ίντα Σαγκάλ Παρίσι