Αναγνώστες

Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας (1906-1994)

 

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994)

   Από την τελευταία μου καταχώριση και μετά σκεφτόμουν έντονα ποιος καλλιτέχνης θα μπορούσε να σας συγκινήσει όπως συγκινεί εμένα. Ρώτησα, σκέφτηκα, άκουσα, αναρωτήθηκα και κατέληξα πως οι ιστορίες μου δεν περιορίζονται μόνο στα απτά καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά αλλά προσπαθούν να αγγίξουν και την ανθρώπινη διάσταση, όπως τη νιώθω προσωπικά.

  Τη σημερινή ιστορία θα μου επιτρέψετε να την αφιερώσω σε έναν νέο καλλιτέχνη που ξεκινά να βρει το μονοπάτι του κουβαλώντας πολλά εφόδια, πολλή αγάπη, πολλή δύναμη, ενέργεια και ανακαλύπτει πως η Τέχνη που υπηρετεί μπορεί να είναι αχόρταγη και πολλές φορές σκληρή αλλά συγχρόνως παίζει το ρόλο του καταφυγίου και της ίασης.

   Ο ήρωας μου σήμερα είναι ένας μεγάλος Έλληνας καλλιτέχνης που αποτέλεσε κομμάτι μιας Ελλάδας φωτεινών μυαλών, προσωπικοτήτων, λάμψης και δημιουργίας αλλά και πολύ σκοτεινών, δύσκολων, ζοφερών χρόνων.  Ένας αστός, αριστοκράτης, καλομεγαλωμένος που θα έπρεπε να ακολουθήσει τις συμβάσεις αλλά αντιστάθηκε και άκουσε την κλίση του. Οι γυναίκες της Ζωής του έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Η μητέρα του αρωγός και υποστηρικτής όπως και οι δυο σύζυγοί του που ήταν στο πλευρό του. Μέντορες, μαικήνες , θαυμάστριες, η δύναμη πίσω από το δημιουργό.

Το Κόκκινο Τραπέζι(1987)

   Ο Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994) υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς, παραγωγικούς, δραστήριους και σύγχρονους καλλιτέχνες της γενιάς του. Θα σας διηγηθώ μια σύντομη ιστορία λίγο καιρό μην πεθάνει. Νομίζω πως ήταν το 1993 σε μια γκαλερί της Αθήνας στο Κολωνάκι. Αν δε με απατά η μνήμη μου στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Σε ένα σημείο της αίθουσας κάθεται ένας πολύ ηλικιωμένος άνδρας που αποπνέει συμπάθεια, ηρεμία, αλλά το βλέμμα του παραμένει κοφτερό και οξύ, παρατηρεί τον κόσμο. Η παρουσία του δηλώνει πως είναι παρών. Ο κόσμος απολαμβάνει τα εκθέματα, στροβιλίζεται στο χώρο, συζητά, κάποιοι τον χαιρετούν, κάποιοι δεν καταλαβαίνουν ποιος είναι. Τον πλησιάζω με δισταγμό και του λέω με μεγάλη συστολή «σας ευχαριστώ για το ταξίδι». Μου απαντά απλά και σταθερά χωρίς πολλά πολλά «να είστε καλά». Χρόνια πολλά μεγαλώνοντας, ωριμάζοντας και αποκτώντας μια κάποια εμπειρία σκεφτόμουν πως αυτό που αποζητούμε οι περισσότεροι άνθρωποι στη Ζωή είναι το ταξίδι. Ο Γκίκας μέσα από το έργο του μας το πρόσφερε. Μας πρόσφερε το Χώρο για να κινηθούμε. Στην αρχή κλασσικά, συγκεκριμένα, στη συνέχεια κυβιστικά, αφαιρετικά, πολυεπίπεδα. Τα ταξίδια του τον καθόρισαν, οι άνθρωποι που συνυπήρξε επίσης. Οραματιζόταν σε μια εποχή ταραγμένη αλλά και εξαιρετικά παραγωγική. Καταγωγή από την Ύδρα, Αθήνα, Παρίσι, πάλι Αθήνα, ταξίδια στην Ανατολή, Λονδίνο και τέλος πάλι Αθήνα.  Συναναστροφή με ανθρώπους, φίλοι που ήταν εξίσου σημαντικοί.  Ζωγράφος, Γλύπτης με αρχιτεκτονικά στοιχεία, Χαράκτης, Σκηνογράφος,Δάσκαλος,Εκδότης,Ακαδημαϊκός.

Το Πρώτο Πρωινό του Κόσμου, Σκηνικό για την Περσεφόνη των Αντρέ Ζιντ – Ιγκόρ Στραβίνσκι (1961)

 

  Κρατούσε την αριστοκρατική του υπόσταση με μια αυστηρότητα. Δεν ξέρω αν ήταν συμπαθής, αν ήταν προσιτός αλλά τα έργα του είναι οικεία σε γεμίζουν με επιθυμίες και όνειρα. Αν δεις κάποιες φορές κομμάτια του μετά τον αναγνωρίζεις χωρίς δισταγμό.

 Στο Εργαστήριο

 

    Μετά το χαμό της δεύτερης συζύγου του το 1989 θέλησε να δημιουργήσει μια μονοπρόσωπη πινακοθήκη με τα έργα του στο πατρικό του σπίτι στην Κριεζώτου 3. Το κληροδοτεί στο Μουσείο Μπενάκη.  Προσωπικά είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου μέρη πολιτισμού στον κόσμο. Το Μουσείο Μπενάκη με πολλή δουλειά και έμπνευση ακολουθώντας τις επιταγές του Καλλιτέχνη όσο αφορά το έργο του κατάφερε να συγκεντρώσει ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης στους 5 ορόφους του Μεγάρου Χατζηκυριάκου – Γκίκα. Ο πέμπτος και ο τέταρτος όροφος είναι μέρος της ιδιωτικής κατοικίας του με έργα, έπιπλα, κατασκευές , αντικείμενα, το εργαστήρι του ζωγράφου. Πολλά στήθηκαν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ίδιου μέχρι το θάνατό του. Οι υπόλοιποι όροφοι είναι ένα μεγάλο ταξίδι στους ποιητές μας (εκεί βρίσκονται τα δυο ελληνικά Νόμπελ Σεφέρης – Ελύτης), ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, χορογράφοι, χορευτές, λαογράφοι, μουσικοί, σκιτσογράφοι, λογοτέχνες. Είναι όλοι μαζί και συνομιλούν μεταλαμπαδεύοντας εμπειρίες, στιγμές, χώρους και μια Ελλάδα ίσως πιο ρομαντική που δεν ξέρω αν μπορεί να ξαναυπάρξει έστω και με μια διαφορετική μορφή εμπεριέχοντας τις σημερινές προκλήσεις.

  Κλείνοντας θα ήθελα να σταθώ σε αυτό που θεωρώ πως υπήρξε η αφετηρία του Γκίκα. Ο Πικιώνης μεγάλος Αρχιτέκτονας – Δάσκαλος  αλλά και εξαιρετικός ζωγράφος, μεταλαμπάδευσε την πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία. Τα απλά και ασήμαντα είναι αυτά που έχουν σημασία. Η Ιστορία μας, οι καταβολές μας, η ηθική μας. Γνωρίζοντας τον, ο Γκίκας επηρεάστηκε σε βαθμό που άρχισε την αναζήτηση  στα βυζαντινά, στα λαϊκά , το από που προερχόμαστε όπως έλεγε και ο ίδιος. Αυτό που κατάφερε κατά τη γνώμη μου πάνω από όλα ήταν να μεταφέρει με καθαρή ματιά αυτά που έβλεπε και του κέντριζαν το ενδιαφέρον προκαλώντας συγκίνηση ακόμα και στους μη μυημένους.

  Ίσως θα είχε ενδιαφέρον και για τους νεότερους καλλιτέχνες η ματιά προς τα πίσω σε συνδυασμό με τις νέες προσκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν. Κρατώ πάντα τη σκέψη πως οι άνθρωποι έχουμε τη δημιουργία μέσα μας άρα ακόμα και σε ζοφερούς καιρούς κάποιοι θα καταφέρουν να τη φέρουν στην επιφάνεια.

 

Λαϊκά Παιχνίδια (1935)

   

 

    Πηγή  για τα στοιχεία και τα έργα που σημειώνονται παραπάνω είναι το λεύκωμα του Μουσείο Μπενάκη, ΚΡΙΕΖΩΤΟΥ αρ.3 ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΗΚΥΡΙΑΚΟΣ – ΓΚΙΚΑΣ Το Σπίτι, το Εργαστήριο και η Πινακοθήκη, Εβίτα Αράπογλου 2011.

Γνωριμία με Μεγάλους Αγαπημένους Ζωγράφους (μέρος πρώτο Μάρκ Σαγκάλ 1887-1985)

 

  Πολλές φορές έχουμε αναφέρει πως πίσω από τα αριστουργήματα που θαυμάζουμε, αναλύουμε, τοποθετούμε σε ρεύματα και ξεχωρίζουμε, υπάρχουν άνθρωποι. Με αδυναμίες, δυσκολίες, οικογένεια, ανασφάλειες, αγωνίες, ευαισθησίες που έχουν την ικανότητα να τα μετουσιώνουν σε δημιουργία και να αντικατοπτρίζουν την εποχή τους. Σκέφτηκα λοιπόν να σας παρουσιάσω μια σειρά από καλλιτέχνες (τους δικούς μου αγαπημένους) από την Ελλάδα και το Εξωτερικό σε μια προσπάθεια να κινήσουμε το ενδιαφέρον μας και να καταλάβουμε σε συνέχεια της προηγούμενης δημοσίευσης πως τελικά η Τέχνη είναι εδώ για να μας θεραπεύσει και όχι για να την απορρίπτουμε γιατί δεν είναι για μας, νιώθοντας αδύναμοι επειδή δεν κατανοούμε κάποια βαθύτερα νοήματα.

Αυτοπροσωπογραφία με επτά δάχτυλα (1911) Βασιλική Συλλογή Χάγη

  Θα ξεκινήσουμε αυτό μας το ταξίδι με τον Μαρκ Σαγκάλ (1887 – 1985) που ήταν ο μακροβιότερος της γενιά του, έζησε σχεδόν έναν αιώνα. Παιδί μιας εξαιρετικά αυστηρής οικογένειας που πίστευε πως κάθε τι αναπαραστατικό είναι μιερό και άρα πρέπει να είναι απαγορευμένο. Βαθιά θρησκευόμενοι, βασιζόμενοι στον προφορικό λόγο των Γραφών, έδιναν σημασία στη σχέση του ανθρώπου με το Θεό και μόνο. Η οικογένεια είναι Χασιδίτες. Το δόγμα θεμελιώθηκε στους αγρότες της Ρωσίας και σε κάποιες κοινότητες της Πολωνίας. Βασικός πυρήνας είναι πάντα η οικογένεια. Ο πατέρας του Σαγκάλ μια μορφή απλησίαστη, πάστωνε ψάρια για να ζήσει την οικογένειά του. Η μητέρα του κόρη κρεοπώλη γεμάτη ζωντάνια και ενέργεια. Αυτή η αντίφαση θα τον ακολουθεί πάντα στη ζωή του. Θα τους αποτυπώνει στο κέντρο του χώρου του ως την ανάμνηση και το βασικό συστατικό πάνω στο οποίο βασίζεται το πνεύμα και η ιστορία του λαού του. Από τη μια η υποταγή και από την άλλη η δημιουργία μέσα από την ατράνταχτη πίστη στο Θεό.

                        

                          Εγώ και το Χωριό (1911) Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Νέα Υόρκη

  Πείθει τη μητέρα του να τον γράψει στη Σχολή Σχεδίου και Ζωγραφικής του τοπικού καλλιτέχνη Πεν. Οι αρχές που υπηρετούσε ο δάσκαλος του ήταν στραμμένες στον αυστηρό ακαδημαϊσμό και στο ρεαλισμό, κάτι που γρήγορα ο νεαρός Σαγκάλ βαρέθηκε. Από το 1907 αρχίζει να εφευρίσκει νέους δρόμους δημιουργίας και έκφρασης. Είναι περισσότερο αυτοδίδακτος από ένας καλλιτέχνης που υπακούει σε νόρμες και κανόνες. Το κόκκινό του είναι απαράμιλλο, το μπλε του το ίδιο, το πράσινο δεν έχει ταίρι.  Παίρνει στα χέρια του το πεπρωμένο των ανθρώπων του και το μετουσιώνει σε εικόνες. Το 1907 τον βρίσκει στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί έρχεται σε επαφή με τη ματιά της πόλης που κοιτά προς τη Δύση. Θαμπώνεται από το φως της. Αντιμετωπίζει τις όποιες δυσκολίες όχι ως εμπόδια αλλά ως κίνητρο για να πάει πιο μπροστά. Γνωρίζει καλλιτέχνες, ζωγράφους, χορευτές, σχεδιαστές, επιδρά και αλληλεπιδρά. Το πνεύμα σύγχρονο, οι εικόνες παιχνιδιάρικες, τα νοήματα κρυμμένα. Αποκτά ελευθερία στην έκφρασή του.

                         

                        Το Παρίσι μέσα από το παράθυρο (1913) Μουσείο Γούγκενχαϊμ Νέα Υόρκη

    Το 1910 τον βρίσκει νεαρό στο Παρίσι που γίνεται η δεύτερη πατρίδα του και είναι η ουσία της ύπαρξης του. Είναι περίεργος, ρουφά με απίστευτη θέρμη όλα όσα βλέπει, επισκέπτεται τα μουσεία, τις γκαλερί, βλέπει έργα του Κουρμπέ, του Μανέ, του Μονέ, του μπαίνουν νέες ιδέες δημιουργίας και έκφρασης, γνωρίζει ανθρώπους, μπαίνει στον κύκλο του Απολινέρ. Ο Απολινέρ είναι ο πρώτος που τον αναφέρει σε ποίημά του το 1911. Για να του δείξει την εκτίμησή του ζωγραφίζει τον πίνακα Τιμή στον Απολινέρ(1911-1912).

           

                 Τιμή στον Απολινέρ (1912) Κρατικό Μουσείο Άμστερνταμ

  Το ένα αριστούργημα διαδέχεται το άλλο. Η φαντασία του οργιάζει. Αρχίζει να ζωγραφίζει πιο εκλεπτυσμένα χωρίς όμως να χάνει τα νοήματα που θέλει να φέρει στο φως. Ο Χώρος, ο Χρόνος συνδέονται σε μια αέναη μάχη σύνδεσης και ταύτισης. Η δουλειά του γίνεται αντικείμενο ανάλυσης το 1941 του Αντρέ Μπρετόν μεγάλου σουρεαλιστή φιλοσόφου. Σέβεται απεριόριστα τους καλλιτέχνες που δημιούργησαν πριν από εκείνον που με τα έργα τους, του δίδαξαν τη σημασία του Χρώματος. Καλλιτέχνες όπως ο Βαν Γκογκ, ο Γκογκέν, ο Ματίς. Παρόλο που δεν πιστεύει στον Κυβισμό παίρνει τα εκφραστικά στοιχεία που θα εξυπηρετήσουν το δικό του αφήγημα.  Σε όλα του τα έργα υπάρχει όμως η απώλεια, η αίσθηση του χαμένου παραδείσου. Η ματιά του είναι διαισθητική. Ότι περιγράφει προέρχεται από τη μνήμη του. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως δεν καταλαβαίνει ή δεν αφουγκράζεται την εποχή του. Ίσα ίσα προσπαθεί όμως να συνδέσει όλα αυτά που επηρεάζουν ή προβληματίζουν τους ανθρώπους διαχρονικά σε πολλές διαφορετικές χρονικές διαστάσεις. Βαδίζει ανάμεσα στο μύθο, το παραμύθι, τη φαντασία και την πραγματικότητα αριστοτεχνικά.

                                   

                                                  Ο βιολιστής (1912-1913) Βασιλική Συλλογή Χάγη  

 

        

           Κρίνα της κοιλάδας (1916) Γκαλερί Τρετιακόφ, Μόσχα (δωρεά Γ. Κωστάκη)

Η έναρξη το πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου τον βρίσκει στη Ρωσία. Παντρεύεται και αποκτά την κόρη. Στηρίζει το πνεύμα της εποχής, είναι ένθερμος υποστηρικτής της Επανάστασης. Βοηθάει στην αναμόρφωση της Τέχνης και των χώρων που την υπηρετούν. Ξεκινά να συνεργάζεται με τον Μάλεβιτς. Αλλά όπως γίνεται συνήθως το νεότερο είναι αυτό που ξεπερνά το παλαιότερο και το αφήνει πίσω.  Έτσι  η Πρωτοπορία σιγά σιγά τον απομονώνει.  Αναγκάζεται να φύγει. Από εκεί και πέρα ζει από τη ζωγραφική και για τη ζωγραφική. Συνεχίζει να πειραματίζεται, δημιουργεί, μένει πιστός στο σήμερα μέσα από τη μνήμη. Συνδυάζει όλα αυτά που πήρε από τον τόπο του σε όλες τις περιόδους με τα στοιχεία και τους ανθρώπους που συναναστράφηκε στο Παρίσι. Γίνεται πολίτης του κόσμου. Παίζει με τα υλικά αλλά πάντα πρωταγωνιστής είναι η Ανάμνηση μέσα από το Χρώμα. Χρησιμοποίει την εμπειρία του και κάνει τη ζωγραφική του Ζωή. Ονειροπολεί και ζει συγχρόνως. Μας λέει παραμύθια γεμάτα μουσική και χρώμα που συμβαίνουν στο άχρονο του Χρόνου. Αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε για τον Σαγκάλ είναι πως είναι ένας μεγάλος παραμυθάς που όσο και αν προσπαθήσεις να μην αφιερώσεις τη ματιά σου, οι ιστορίες του θα σε συνεπάρουν.

 

                    

                               Ο Χρόνος είναι ένα ποτάμι χωρίς όχθες, (1930-1939) Συλλογή Ίντα Σαγκάλ Παρίσι

Μουσεία VS μαζική Ψυχαγωγία

 

   Με αφορμή τη Διεθνή Μέρα Μουσείων θα ήθελα να τοποθετηθώ σε μια αντιπαράθεση που έχει προκύψει τις τελευταίες μέρες σχετικά με την επισκεψιμότητα στα Μουσεία και την αθρόα προσέλευση ή το ενδιαφέρον σε συναυλίες, στη Eurovision ή σε ποδοσφαιρικούς αγώνες, δραστηριότητες για κάποιους πιο βασικές.

      

Ουφίτσι, Μποτιτσέλι η Γέννηση της Αφροδίτης

   Μέσα από αυτό το βήμα έχουμε πει πολλές φορές πως οι χώροι που προάγουν Πολιτισμό έχουν αποκτήσει μια στόφα ελιτίστικη. Ξεκινώντας από τη συμπεριφορά των εργαζομένων και καταλήγοντας στην ατμόσφαιρα και στην τοποθέτηση των εκθεμάτων. Ο χαμηλός τόνος φωνής, η προσοχή στην κίνηση, η σοβαροφάνεια, ας μου επιτραπεί που είναι διάχυτη, έχουν τις περισσότερες φορές ως αποτέλεσμα την απώθηση και την απομάκρυνση του κοινού. Μόνο οι μυημένοι έχουν λόγο και μόνο οι εκπαιδευμένοι μπορούν να καταλάβουν. Έτσι όλοι οι υπόλοιποι ψάχνουν και βρίσκουν άλλες μορφές που θα τέρψουν την ψυχή τους, θα τους εκτονώσουν και θα τους γεμίσουν τις μπαταρίες για να συνεχίσουν την καθημερινότητά τους.

   Το γούστο, το ενδιαφέρον, η διάθεση είναι προσωπικό θέμα. Ούτε μπορεί να μπει σε καλούπι, ούτε πρέπει. Γράφτηκαν τελευταία πολλές απόψεις, αρκετά αφοριστικές μερικές. Θα πάρω ίσες αποστάσεις και θα αναρωτηθώ γιατί η προσέλευση στα μουσεία δεν είναι τόσο μεγάλη όπως είναι σε ένα ντέρμπι ποδοσφαίρου ή σε μια συναυλία όπως αυτή των Metallica.

 

Παλάτσο Βέκιο

  Τα πράγματα είναι περισσότερο απλά από όσο θέλουμε να φανταζόμαστε. Όταν φυτεύεις έναν σπόρο αλλά τον αφήνεις απότιστο, αφρόντιστο, χωρίς προσοχή, όσο και αν προσπαθήσει ο καημένος το πιθανότερο είναι να μην μπορέσει να επιβιώσει. Όταν όμως τον φυτέψεις με προσοχή, φροντίδα, τον ποτίζεις, ρίχνεις λίπασμα, του μιλάς, τον προστατεύεις, αρχίζει μεγαλώνει γίνεται ένα ζωηρό φυτό που με τον τρόπο του θα σου δείξει ευγνωμοσύνη. Έτσι ακριβώς συμβαίνει όταν μπολιάζεις την Τέχνη και τους χώρους της στους ανθρώπους. Ο άνθρωπος από τα πρώτα χρόνια της εμφάνισης του στη Γη χρησιμοποίησε την Τέχνη  ως μέσω επικοινωνίας και έκφρασης. Πολύ αργότερα τα πράγματα μπήκαν σε νόρμες, στεγανά, απαγορεύσεις, κοινωνική αποστείρωση. Οι Τέχνες πρέπει να απευθύνονται σε όλους και είναι για όλους. Δεν μπορούμε να λέμε πως τα μουσεία δεν τα επισκέπτονται οι άνθρωποι όταν μέσα στη συνείδησή τους έχει περάσει πως είναι χώροι που βγάζουν μια κάποια επίκριση για  τους μη μυημένους.

 

  Ας σκεφτούμε τους εαυτούς μας ως άγραφο χαρτί που για πρώτη φορά ερχόμαστε σε επαφή με κάτι νέο. Αυτό το κάτι είναι που θα μας τραβήξει. Αυτό το κάτι είναι που θα μας κατακτήσει. Αυτό το κάτι είναι που θα μας εκφράσει και θα μας δώσει διέξοδο. Αν μείνει ξερό και απόμακρο όσο και αν το ποθούμε δε θα μπορέσουμε να βρούμε κοινό τόπο. Αρκεί και εμείς να του δώσουμε μια ευκαιρία.  Σε αντίθεση με όλες τις άλλες μορφές ( συναυλίες, αγώνες, μουσικούς διαγωνισμούς, επιθεώρηση στο θέατρο) που μας δέχονται χωρίς περιορισμούς, χωρίς πλαίσιο (και ας υπάρχει κατά βάθος), χωρίς στεγανά και μας προσφέρουν την τέρψη της στιγμής που τόσο ανάγκη έχουν οι άνθρωποι. Αυτή είναι λοιπόν η διαφορά γιατί τα μεν έχουν τόση απήχηση σε αντίθεση με τα δε.

  Όταν μου δίνεται η ευκαιρία παροτρύνω τα παιδιά μου να συνομιλούν όσο το δυνατόν πιο συχνά με έργα Τέχνης κάθε είδους το κάνω με περισσή χαρά. Πρόσφατα η κόρη μου με έναν λυγμό στη φωνή της μου είπε « αχ όσο πολύ μου λείπει η Τέχνη» και ειπώθηκε λίγες μέρες μετά από ένα τριήμερο γεμάτο εικόνες, μέρη, μουσική, κουβέντες όλων των ειδών. Εκεί κατάλαβα πως ο σπόρος άρχισε να ανθίζει. Μπορεί να μην καταφέρνει συχνά να βλέπει αλλά το χρειάζεται και το έχει πλέον συνειδητοποιήσει.

  Οι άνθρωποι επιλέγουμε να αφεθούμε σε πράγματα που μας ταξιδεύουν. Αλλά πως μπορώ να επιλέξω τα εκθέματα των Μουσείων όταν κανείς ποτέ δε με καθοδήγησε χωρίς να με νουθετήσει; Θα σας παροτρύνω λοιπόν σε όποια πόλη και αν βρίσκεστε αυτές τις μέρες να επισκεφτείτε τα Μουσεία ή τους Αρχαιολογικούς Χώρους και να αφήσετε να σας συνεπάρει η εμπειρία, φτιάχνοντας μια ιστορία στο μυαλό σας. Δεν υπάρχει λάθος ή σωστό. Άλλωστε η αφετηρία όλων αυτών που βλέπουμε είναι ιστορίες βγαλμένες από ανθρώπους. Τολμήστε το και αφιερώστε χρόνο, ίσως ανακαλύψτε κάτι νέο!

Καλή απόλαυση!

Ο Απόηχος της Συναυλίας των Metallica από την πλευρά ενός μη φαν!

 

   Ο Πολιτισμός και η Τέχνη είναι πράγματα που τα ερμηνεύει ο καθένας όπως νιώθει καλύτερα και πιο άνετα. Αυτό που αρέσει στον έναν δεν είναι απαραίτητο να αρέσει και στον άλλον. Οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη πάντα να ανήκουν, για αυτό θαυμάζουν ομάδες, θρησκείες, πολιτικά κόμματα, μουσικές. Σήμερα θα μιλήσουμε για τις μουσικές.

   Με αφορμή τη συναυλία των Metallica που ξεσήκωσε θύελλες θετικές και αρνητικές θα ήθελα να τοποθετηθώ. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν αγαπώ, δεν ακούω και δε χαίρομαι με αυτό του είδους τη μουσική. Μπορώ να τα δεχθώ όλα για λόγους εξαιρετικά προσωπικούς, όπως για παράδειγμα γιατί με την παρουσία μου θα πάρουν χαρά άνθρωποι που αγαπώ πολύ. Το Σάββατο ήταν μια μέρα που από το πρωί είχε εξαιρετικά γεμάτο πρόγραμμα. Επισκεφθήκαμε το Νομισματικό Μουσείο. Κάθε φορά που επιστρέφω θαυμάζω το σπίτι και ότι αντιπροσωπεύει περισσότερο από τη εξαιρετική συλλογή, ήπιαμε καφέ στον υπέροχο κήπο του και με την ώρα μας ανηφορίσαμε για το ΟΑΚΑ. Είχα πείσει τον εαυτό που πως θα απολαύσω το σύνολο της εμπειρίας χωρίς άγχος, χωρίς πίεση, χωρίς τη σκέψης πως θα πάμε, πως θα φύγουμε, τι θα ακούσουμε, πόσο θα αντέξω.

   Τα υποστηρικτικά συγκροτήματα ήταν ένα βασανιστήριο ηχορύπανσης, έντασης, φασαρίας και τόσο μεταλλικά που στα δικά μου αφτιά έμοιαζαν σκουπίδια. Και όμως ήταν παιδιά που τα ήξεραν, απολάμβαναν, τραγουδούσαν μαζί τους και εκτονώνονταν. Νομίζω πως συνήθως η προτίμηση των εισαγωγικών γκρουπ είναι πιο χαμηλών τόνων για να έρθει η κορύφωση με το κυρίως συγκρότημα, αλλά τι ξέρω εγώ σχετικά, ως παρατηρητής ήμουν στο Στάδιο.

 Στις οκτώμιση ακριβώς όπως ήταν προγραμματισμένο ξεκινούν οι Metallica μέσα σε επευφημίες, φωνές, χειροκροτήματα. Πάνω από 80.000 κόσμου έδωσε το παρών. Και εγώ αναρωτιόμουν πως είναι άραγε να παρουσιάζεσαι μπροστά σε τόσες χιλιάδες μάτια που ζητωκραυγάζουν εσένα, δικαιολογημένο να νιώθεις ένας μικρός Θεός. Όση ώρα τους περιμέναμε να εμφανιστούν μας παρουσίασαν σε videowall το φιλανθρωπικό τους έργο, τις δωρεές, τη μέριμνα. Κάποιοι θα σκεφτούν, σιγά το πράγμα,  αλλά δεν το λες λίγο που έχουν ένα ίδρυμα που προσφέρει υποτροφίες σε λιγότερο προνομιούχους νέους και ας είναι για φορολογικούς λόγους.

  Η ατμόσφαιρα αρχίζει να ζεσταίνεται το πρώτο κομμάτι για να καταλάβουμε πως ξεκινούν είναι από την ταινία «Καλός, κακός και άσχημος» του Ennio Morricone, σήμα κατατεθέν της έναρξης του συγκροτήματος.  Οι επόμενες ώρες κυλούν δυνατά, ο κόσμος γίνεται ένα, χορεύει, τραγουδά, ουρλιάζει, θαυμάζει την δεξιοτεχνία. Ικανός μουσικός δεν είναι μόνο ο σολίστας της κλασικής μουσικής είναι και αυτός που παίρνει την ηλεκτρική κιθάρα στα χέρια του και την κάνει να κελαηδά. Είναι αυτός που παίρνει το συρτάκι του Ζορμπά του Θεοδωράκη και το αποδίδει με απόλυτο σεβασμό στο δικό του άκουσμα. Για μένα οι δυο στιγμές που άξιζαν να βρίσκομαι εκεί ήταν το παίξιμο των δυο ελληνικών τραγουδιών και της μπαλάντας τους που πραγματικά είναι εξαιρετικά ποιητική.

  Ίσως κάποιοι σκεφτούν πως με όλα αυτά τα ζοφερά και δύσκολα που συμβαίνουν στην υφήλιο,  πώς μπορούν οι άνθρωποι να ξεχνούν. Θα απαντήσω απλά,  ο άνθρωπος αλλιώς δεν μπορεί να επιβιώσει. Χρειάζεται διέξοδο. Προσωπικά στη λίστα μου για τα πράγματα που θα ήθελα να κάνω πριν φύγω από αυτή τη ζωή μπήκε ακόμα ένα τικ!

  Όλη η διοργάνωση ήταν άψογη από την αρχή μέχρι το τέλος. Μπορεί να είχε πάρα πολύ κόσμο αλλά όλα κύλησαν εξαιρετικά ομαλά. Όσο για τις φωνές που προσπάθησαν να το μειώσουν με κάποιο τρόπο, γιατί απλά δεν έχουν το ενδιαφέρον θα πω κάτι ως ένας μη φαν του είδους. Όπως κάποιοι τρέχουν για να γεμίσουν το Παναθηναϊκό Στάδιο, ή τα γήπεδα ποδοσφαίρου, ή το ΟΑΚΑ σε άλλες ευκαιρίες έτσι και το Σάββατο βρέθηκαν άνθρωποι με ηλικία από 10 έως 75 ετών να διασκεδάζουν μαζί, απολαμβάνοντας στιγμές που θα τις θυμούνται για καιρό. Ας μην ξεχνάμε πως ο μεγάλος μας Καβάφης στο ποίημα του «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» έκλεινε με το στίχο «και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς Βαρβάρους ήσαν μια κάποια λύση».

 Nothing else matters!!!

Μουσεία του Βατικανού (Τέταρτο Μέρος)

 

 Για να θεωρηθεί κάπως ολοκληρωμένο ένα αφιέρωμα στα Μουσεία του Βατικανού θα ήταν καλό να δούμε στοχευμένα κάποια έργα από την τεράστια ποικιλία των συλλογών τους. Στο προηγούμενο μέρος γνωρίσαμε τρεις από τους πιο διάσημους δημιουργούς δίπλα σε κάποια από τα έργα τους. Σήμερα θα δούμε κάποια έργα και θα επιχειρήσουμε μια σύντομη προσέγγιση της ιστορίας πίσω από το καθένα.

Απόλλων του Μπελβεντέρε

  Ο Απόλλωνας του Μπελβεντέρε ρωμαϊκό μαρμάρινο γλυπτό αντίγραφο του 2ου αιώνα μ.Χ. από το ορειχάλκινο άγαλμα του Λεωχάρη από το 330 – 320 π.Χ. Ήρθε στο φως μετά από ανασκαφές στην περιοχή Γκροταφεράτα το 1489 κοντά στη Ρώμη και τοποθετήθηκε σε μια από τις μεγάλες κόχγες της Αυλής των Αγαλμάτων λίγα χρόνια αργότερα από τον Πάπα Ιούλιο Β΄. Πήρε το όνομά του από τη θέση στην οποία τοποθετήθηκε. Η Αυλή των Αγαλμάτων βρισκόταν κοντά στην μεγαλόπρεπη Αυλή του Μπελβεντέρε. Ο Αρχιτέκτονας Μπραμάντε, που είδαμε τη μορφή του στο προηγούμενο μέρος, διαμόρφωνε εκείνη την εποχή τα Ανάκτορα του Βατικανού. Αρχικά θεωρήθηκε πρωτότυπο λόγω των τέλειων αναλογιών του μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα. Μάλιστα πίστευαν πως προερχόταν από το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Μετά από χημικές αναλύσεις που έγιναν στο μάρμαρο επιβεβαιώθηκε πως το υλικό είναι από τα λατομεία της Τοσκάνης και το άγαλμα είναι της εποχής του Αδριανού, αντίγραφο ελληνικό. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δε μειώνει την ικανότητα του γλύπτη να μεταφέρει την τέλεια κίνηση σε μάρμαρο από ένα έργο που ήταν σχεδιασμένο σε ορείχαλκο. Τεχνικά τα ορειχάλκινα αγάλματα ήταν κενά εσωτερικά άρα και πιο ελαφριά και πιο σταθερά, σε αντίθεση με τα μαρμάρινα που είναι συμπαγή. Οι διαστάσεις είναι σε φυσικό μέγεθος κάτι που στη μαρμάρινη αποτύπωση είναι πραγματικός άθλος. Για να αποφύγει αυτή την δυσκολία ο γλύπτης ενσωμάτωσε ένα είδος βάσης κάτω από το αριστερό πόδι και έφερε ένα είδος στήριξης με τη μορφή ενός κορμού δέντρου. Αυτό το συναντάμε συχνά στα ρωμαϊκά αγάλματα.

  Όταν έφτασε στο Βατικανό το άγαλμα δεν είχε χέρια. Ο Μιχαήλ Άγγελος συμβούλεψε τον Πάπα να τα προσθέσει. Έτσι ανατέθηκε στο γλύπτη Τζοβάνι Ανιόλο Μοντορσόλι να αναλάβει την αποκατάσταση το έργου. Ο Μοντορσόλι παρενέβη δραστικά για να αποκαταστήσει το έργο, δημιούργησε καινούριο χέρι και επιμήκυνε τον κορμό του δένδρου. Το γλυπτό σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Πίου και Κλημέντος.

Σάντρο Μποτιτσέλι Σκηνές από τη ζωή του Μωυσή (1481-1482)

    Ένας μεγάλος δάσκαλος και καλλιτέχνης της Αναγέννησης είναι και ο Σάντρο Μποτιτσέλι. Εδώ βλέπουμε τη νωπογραφία του Σκηνές από τη Ζωή του Μωυσή πιο συγκεκριμένα Την τιμωρία των εξεγερμένων Εβραίων (1481-1482). Ο πάπας Σίξτος Δ΄για να διακοσμήσει την Καπέλα Σιστίνα στρέφεται στους καλύτερους μαέστρους της εποχής του. Ο Μποτιτσέλι που κατάγεται από τη Φλωρεντία βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του απολαμβάνοντας την εύνοια του Λορέντζο των Μεδίκων. Όταν του ανατέθηκε το έργο των νωπογραφιών ο ζωγράφος φαίνεται πως πιέστηκε αρκετά, γιατί οι τοιχογραφίες αναπαριστούσαν γεγονότα των Γραφών και έπρεπε μεταξύ τους να έχουν παραπομπές και αλληλουχία. Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά σύνθετο, πολύπλοκο, πλούσιο, γεμάτο λεπτομέρειες. Ο λόγος που επιλέχθηκαν οι ιστορίες της ζωής του Μωυσή είναι απολύτως λογικός. Ο Μωυσής είναι ο προάγγελος του Χριστού και συνδέει την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη. Ο Μωυσής παίζει το ρόλο του νομοθέτη και επικεφαλή του Εβραϊκού Λαού ενώ ο Χριστός είναι αυτός που καθιερώνει την εξουσία του Πάπα δίνοντας την ευθύνη της Εκκλησίας στον Πέτρο. Η νωπογραφία απεικονίζει τη στιγμή της Εξόδου στην οποία μια ομάδα επαναστατεί γιατί αρνείται την εξουσία του Ααρών, αδελφού του Μωυσή και του Μωυσή. Μετά την παρέμβαση του Θεού οι στασιαστές καταποντίζονται σε ένα χάσμα που άνοιξε ως εκ θαύματος στο έδαφος. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο. Όποιος εναντιωθεί στον Πάπα, που είναι ο εκπρόσωπος του Θεού στη γη, θα λάβει την ανάλογη τιμωρία και δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση η εξουσία του.

Μιχαήλ Άγγελος Οροφή της Καπέλα Σιστίνα (1508-1512)

   Το 1505 ο πάπας Ιούλιος Β΄ καλεί τον Μιχαήλ Άγγελο στη Ρώμη. Του έχει ήδη αναθέσει να λαξεύσει το ταφικό του μνημείο που θα μπει στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου που εκείνη την εποχή κτιζόταν. Ξεκινούν διαφωνίες γιατί από τη μια πλευρά το έργο είναι εξαιρετικά φιλόδοξο και δαπανηρό και από την άλλη ο Πάπας προσπαθεί να ξοδεύει με φειδώ τα χρήματά του λόγω των πολέμων και της ανοικοδόμησης του ναού του Αγίου Πέτρου. Ο Μιχαήλ Άγγελος ζητά ακρόαση από τον πάπα, ο οποίος όμως του την αρνείται με αποτέλεσμα ο μεγάλος μαέστρος να θυμώσει, ας μην ξεχνάμε πως ο χαρακτήρας του είχε έντονες εξάρσεις οργής, και να εγκαταλείψει τη Ρώμη χωρίς την συγκατάθεση του πατρώνα του. Ο Πάπας αναγνωρίζοντας το μεγαλείο του καλλιτέχνη του αναθέτει εκ νέου να ζωγραφήσει την οροφή της Καπέλα Σιστίνα. Μια παραγγελία που ο Μιχαήλ Άγγελος δέχθηκε απρόθυμα αλλά έγινε η αιτία να συμφιλιωθούν τα δυο μέρη. Ξεκινά να εργάζεται το 1508. Προετοιμάζει την οροφή, αφαιρεί την προυπάρχουσα διακόσμηση από την εποχή του Σίξτου Δ΄ δίνει μια ψευδαίσθηση αρχιτεκτονικής διαμόρφωσης και συνδυάζει τα βιβλικά θέμα με τις νωπογραφίες των τοίχων. Στις 31 Οκτωβρίου 1512 αποκαλύπτεται το μεγαλείο της οροφής σε όλους. Το έργο του τον έχει καταπονήσει και τον έχει εξουθενώσει και σωματικά αλλά κυρίως ψυχικά. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως στην οροφή αναπαρίστανται ιστορίες από τη Γένεση, προφήτες, Σίβυλλες, οι Πρόγονοι του Ιησού. Στην κεντρική ζώνη της οροφής έχουμε τις εννέα ιστορίες της Γένεσης, σκηνές από τη Δημιουργία, τον κατακλυσμό του Νώε από τον οποίο προέρχεται το Εβραϊκό Έθνος, επεισόδια της Νέας Διαθήκης.

Ραφαήλ, Παρνασσός (1510-1511)

   Θα ήθελα να κλείσω τη σημερινή μας περιήγηση με έναν τεράστιο μαέστρο που είδαμε  την προσωπογραφία του μαζί με ένα από τα πιο διάσημα έργα του στο προηγούμενο μέρος. Ο Ραφαήλ γνωστός για τη Σχολή των Αθηνών (1509-1510). Εμείς σήμερα θα δούμε μια άλλη νωπογραφία που βρίσκεται στην Αίθουσα Υπογραφής και είναι ο Παρνασσός (1510-1511). Η αίθουσα αυτή είναι η πρώτη που ανέλαβε ο Ραφαήλ να διακοσμήσει. Στεγάζει την ιδιωτική βιβλιοθήκη του Πάπα πολεμιστή. Μέχρι το θάνατό του Πάπα υπήρχαν 220 τόμοι βιβλίων. Ο Μιχαήλ Άγγελος τον έχει αποτυπώσει ως πολεμιστή κρατώντας ένα σπαθί μετά από τη δική του επιθυμία και όχι με ένα βιβλίο,  γιατί ο πάπας θεωρούσε πως δεν ήταν άνθρωπος των γραμμάτων. Αλλά σίγουρα αποδείχθηκε πως ήταν άνθρωπος των Τεχνών. Ο Δάσκαλος από το Ουρμπίνο κάνει σαφείς αναφορές στον πολιτισμό στις νωπογραφίες του. Στην οροφή εμφανίζονται τέσσερις γυναίκες που προσωποποιούν την Ποίηση, τη Φιλοσοφία, τη Θεολογία και τη Νομική Επιστήμη. Ο Παρνασσός σύμφωνα με τις πηγές ήταν ο παράδεισος άρα δικαιολογημένα θεωρείται πως είναι το μέρος που θα βρεθούν οι πάπες. Στο κέντρο ο Απόλλωνας ο θεός της ποίησης και της μουσικής, περιστοιχίζεται από τις Μούσες. Κάποιες κρατούν το αναγνωριστικό τους αντικείμενο και έτσι μπορούμε να τις ξεχωρίσουμε. Η Θάλεια κρατά τη μάσκα της κωμωδίας, η Κλειώ με ένα βιβλίο αντιπροσωπεύει την ιστορική αφήγηση, η Καλλιόπη προστατεύει την επική ποίηση κρατώντας μια σάλπιγγα, η Τερψιχόρη κρατά ένα έγχορδο όργανο και εκπροσωπεί το χορό, η Μελπομένη φορώντας μωβ κρατά τη μάσκα της τραγωδίας. Όσους δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε, προκύπτει από την έλλειψη διάθεσης του ίδιου του Ραφαήλ να τους χαρακτηρίσει.

  Αν επιτρέψετε στον εαυτό σας να αφιερώσει χρόνο σε αυτό που σας κεντρίζει περισσότερο το ενδιαφέρον μπορεί να ανακαλύψετε πολύ περισσότερα από αυτά που μπορώ να σας παραθέσω. Αν επισκεφτείτε τα Μουσεία μην προσπαθήσετε να τα δείτε όλα. Απολαύστε το οπτικό ταξίδι σας. Ίσως σας έρθουν στο μυαλό κάποια πράγματα από αυτά που είδαμε μαζί.

  Μέχρι την επόμενη ιστορία να είστε όλοι καλά!