Αναγνώστες

Το αχνό αποτύπωμα σημαντικών Ανθρώπων μέσα στην Ιστορία.

 

   Η περιέργεια είναι η κινητήριος δύναμη που μπορεί να ωθήσει της νεότερες γενιές να αναζητήσουν και να μάθουν πράγματα για το παρελθόν είτε αυτό αφορά την προέλευση, είτε το αποτέλεσμα πράξεων, είτε γεγονότα, είτε ιστορίες που καταλήγουν μύθοι από στόμα σε στόμα. Όλοι μας είμαστε μονάδες που χαρακτηριζόμαστε από τα πράγματα που μαθαίνουμε, πράττουμε, λέμε, δημιουργούμε, επιλέγουμε, διαλέγουμε, αντιμετωπίζουμε ή και τίποτα από όλα αυτά. Πιστεύουμε πως ορίζουμε τη Ζωή μας και είμαστε το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, ξεχνώντας πολλές φορές τις καταβολές, τις εμπειρίες, τις κουβέντες με τη μορφή συμβουλών, τα λάθη και τα σωστά ανθρώπων που έζησαν πριν από εμάς και κουβαλούν ένα κώδικα που αυτόκλητα μας μεταφέρουν και εμείς θα το μεταφέρουμε θέλοντας και μη στους επόμενους. Τι γίνεται όμως όταν δεν υπάρχουν επόμενοι; Τι γίνεται όταν ενώ θέλουμε πολύ να αφήσουμε μια παρακαταθήκη, αυτή χάνεται λόγω συγκυριών, αδιαφορίας, έλλειψης ανθρώπων;

   Μια τέτοια ιστορία θα σας διηγηθώ σήμερα για δυο μεγάλες κυρίες της Ιστορίας που χάθηκαν μέσα της  και δεν μπόρεσαν να βγουν ποτέ, γιατί κανένας δεν νοιάστηκε ή κανένας δε γνώριζε τις πράξεις τους μετά που έφυγαν από τη Ζωή ή ακόμα ακόμα οι ίδιες δεν φρόντισαν σωστά για την υστεροφημία τους.

                           

     Θα τις ονομάσουμε Ειρήνη και Ελένη στο τέλος θα σας παραθέσω το επίθετο γιατί οι ηρωίδες μας είναι πραγματικά πρόσωπα. Η καταγωγή τους είναι από το Μελένικο (σήμερα βρίσκεται στην επικράτεια της Βουλγαρίας) ελληνικό χωριό με μεγάλη παράδοση στο εμπόριο κρασιού. Ο θρύλος λέει πως στην εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν τόπος εξορίας όλων εκείνων των αξιωματούχων που έπεφταν σε δυσμένεια από τον Αυτοκράτορα. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι συνθήκες να είναι οι περισσότερες οικογένειες μεγάλες, πλούσιες, δραστήριες και εξαιρετικά μορφωμένες. Καταφέρνουν να φύγουν σχετικά εγκαίρως από τον τόπο τους πριν οι Βούλγαροι μπουν μέσα για να καταλάβουν την πόλη τους το 1912. Έτσι σώζεται μεγάλο κομμάτι από τις περιουσίες τους. Βέβαια, ως έξυπνοι έμποροι είχαν φροντίσει για την μεταστέγασή τους και την άνεσή τους. Άλλοι μετακομίζουν στη Θεσσαλονίκη, άλλοι στις Σέρρες. Οι πιο δυνατοί, ίσως δαιμόνιοι ίσως πιο διορατικοί έχουν ήδη δημιουργήσει δίκτυο και περιουσία στην Αθήνα.

 

  Σε ένα υπέροχο σπίτι σε μια έκταση πάνω από 5 στρέμματα στην Κηφισιά μεγαλώνουν σαν πριγκιποπούλες του παραμυθιού δυο κορίτσια. Η Ειρήνη και η Ελένη.  Οι μοίρες τα έχουν προικίσει με χάρη, ομορφιά, εξυπνάδα και γονείς που πιστεύουν στη μόρφωση και τη δύναμη της. Είναι κόρες του πατριάρχη της οικογένειας Σπανδωνίδη του Πετράκη. Άνθρωπος δυνατός, θεωρητικός, με έξυπνο βλέμμα στραμμένο στην επιτυχία. Συναναστρέφονται την αφρόκρεμα της εποχής. Πολιτικούς, διανοούμενους, στρατιωτικούς. Ο Βενιζέλος αλληλογραφεί με τον πατέρα, ο Ναύαρχος Κουντουριώτης ξεκουράζεται στο σαλόνι του σπιτιού, τα νέα παιδιά της πολυπληθούς οικογένειας κρύβονται μέσα στη μεγάλη και πλούσια βιβλιοθήκη που θα τη ζήλευαν εθνικές βιβλιοθήκες. Σε αυτή τη βιβλιοθήκη έβρισκε καταφύγιο ο κριτικός λογοτεχνίας Πέτρος Σπανδωνίδης ανεψιός του Πετράκη και σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων για τη Θεσσαλονίκη. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Φανταστείτε τις εικόνες στα βραδινά σουαρέ όπως στις ταινίες να λικνίζονται υπό το φως των κεριών, να συνομιλούν επί ίσοις όροις με άντρες που ορίζουν τις τύχες των ανθρώπων της μικρής Ελλάδας. Ας μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στην εποχή των αρχών του 20ο αιώνα. Εποχή ταραγμένη, γεμάτη αντιθέσεις και ιστορικές εξελίξεις. Μπορούν να ταξιδέψουν στην Ευρώπη, να ακούσουν Μουσική, να συναναστραφούν με απίθανες προσωπικότητες, να εκπαιδευτούν από τους πιο διάσημους δασκάλους, να ντυθούν με την τελευταία λέξη της Μόδας. Τα κορίτσια είναι πολύγλωσσα. Έχουν άνεση να σταθούν παντού, αυτοπεποίθηση και γνώση.  Η Ειρήνη διαβάζει ακατάπαυστα και μαγεύεται από τη δύναμη της γλώσσας, τον τρόπο που γεννιέται, τον τρόπο που την μιλούν οι τοπικές κοινωνίες.  Η Ελένη (1893-1965) ίσως πιο εύθραυστη αγαπά τη μουσική έχει απίστευτο ταλέντο μαθητεύει δίπλα στους πιο σημαντικούς μουσικούς της εποχής της και γίνεται μια από τις πιο γνωστές σολίστ πιάνου στην Ευρώπη μόλις σε ηλικία 16 χρόνων.

            Το φως θα πέσει πάνω στην Ειρήνη Σπανδωνίδου (1895-1959) τη μικρότερη  αδελφή. Με το θάνατο του πατέρα κληρονομούν μια τεράστια περιουσία που τους δίνει άνεση και δύναμη. Φανταστείτε τους μνηστήρες να πηγαινοέρχονται διεκδικώντας την καρδιά, το χέρι και την περιουσία φυσικά. Εκείνες αρνούνται. Η Ειρήνη αφιερώνεται ολοκληρωτικά στην καταγραφή της ντοπιολαλιάς των χωριών του Παρνασσού και της Κρήτης. Ζει τον περισσότερο καιρό του χρόνου στην Αγόριανη και στα Χανιά. Μελετά τους ντόπιους, τους παρατηρεί, τους χρηματοδοτεί βοηθώντας κάπως να καλυτερεύσει η ζωή τους. Τους υιοθετεί κατά κάποιον τρόπο. Ανεβαίνει στο βουνό, αγαπά την Αγόριανη ίσως περισσότερο από ότι την αγαπούν οι ντόπιοι. Δυσκολεύτηκε πολύ να τους πλησιάσει στην αρχή. Την βλέπουν με δυσπιστία. Τι θέλει αυτή η τόσο νέα και καλοβαλμένη πρωτευουσιάνα. Η εισβολή της στον τόπο και τη ζωή τους, τους ενοχλεί, τι σκοπό έχει. Είναι τόσο περήφανοι και κλειστοί δε θα αφήσουν εύκολα κάποιο ξένο και μάλιστα γυναίκα να μπει στα χωράφια τους.

   Το 1926 είναι το πρώτο καλοκαίρι που περνά η Ειρήνη εκεί. Οι Αγοριανοί κατάγονται από γενιά παληκαριών που πολέμησαν στην Επανάσταση του 1821. Είναι βουνίσιοι, απόμακροι. Τους πλησιάζει με υπομονή, θάρρος, δύναμη. Γνωρίζει ανθρώπους που θυμούνται ιστορίες και θρύλους μιας χαμένης εποχής. Πιστεύει πως το βουνό του Παρνασσού είναι το βουνό του Διόνυσου με τα πολλά πρόσωπα μαζί με τις Μαινάδες του, όχι του μουσικού Απόλλωνα. Το 1931 αρχίζει και συλλέγει το υλικό της. Δημοσιεύει για πρώτη φορά το 1939 τα τραγούδια της Αγόριανης. Ήδη από το 1935 έχει εκδώσει τα Κρητικά Τραγούδια αναλύοντας με σαφή τρόπο πως συνέλλεξε, αντέγραψε, κατέταξε τα δημοτικά. Παράλληλα κατέθεσε απλά (πρόχειρα όπως σημειώνει η ίδια στην Εισαγωγή του βιβλίου Τραγούδια της Αγόριανης) τα πιστεύω της για τα δημοτικά τραγούδια, τη γέννηση, τη διαμόρφωση, την παραμόρφωση και τα χαρακτηριστικά τους. Πάντα συμπληρώνει το πόνημά της με προσωπικές παρατηρήσεις, επεξηγήσεις. Δεν καταλήγει σε συμπεράσματα γιατί έχει πρόθεση να συνεχίσει την έρευνα της και να τα εκδώσει όλα μαζί σε μια έκδοση. Εξηγεί απλά τη μεθοδολογία που ακολούθησε. Ο τρόπος που κινήθηκε μέσα στην έρευνα κίνησε την προσοχή μεγάλων και σημαντικών λαογράφων της εποχής της από την Ευρώπη που ασχολούνται με άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως για παράδειγμα η Ρούμελη.  Την αντιμετώπισαν ως ίση. Αρχείο της δουλειάς της υπάρχει στη Γαλλία.  Δυστυχώς στη σύγχρονη εποχή αυτοί είναι γνωστοί στους νέους ερευνητές όπως το ζεύγος Μιλλιέ σημαντικότατο λαογράφοι, η Ειρήνη Σπανδωνίδου έχει μείνει στην αφάνεια. Η μεθοδολογία της όμως θα ήταν σημαντικό εργαλείο για την περαιτέρω έρευνα και καταγραφή.

   Ποια ήταν η κινητήριος δύναμη να ασχοληθεί κάποιος με μια γυναίκα που ήταν σημείο αναφοράς στον καιρό της, που χάρη σε εκείνη σώθηκαν γραπτώς δημοτικά τραγούδια, ιδιωματισμοί, λόγος, πολύτιμα εργαλεία για τη δουλειά των ερευνητών;  Ένα εύρημα που από τη χρονιά του θανάτου της το 1959 έως το 1965 που πέθανε η μεγάλη της αδελφή και από το 1982 που έφυγε από τη ζωή η κληρονόμος της και έφτασε στα χέρια των δικών της κληρονόμων έως σήμερα κανένας δεν ασχολήθηκε, νοιάστηκε, διάβασε ή αναρωτήθηκε. Το έργο της με τα χειρόγραφα της σε ένα χάρτινο βαλιτσάκι γεμάτο σκόνη που σώθηκε χάρη στη διορατικότητα μια άλλης γυναίκας. Μέσα σε αυτό το χάρτινο βαλιτσάκι υπάρχουν σελίδες πολυκαιρισμένες, με σκέψεις, μέθοδο, εικόνες μιας ζοφερής εποχής όπως αυτή της Κατοχής, ανέκδοτα έργα, διορθώσεις με μολύβι, λογαριασμοί και ο κόπος ενός ανθρώπου που στάθηκε πιστός μέχρι το τέλος στην κλίση του.  

                      

 

   Η Ζωή της Ειρήνης ήταν δύσκολη. Λόγω της άπταιστης χρήσης των ιταλικών, γερμανικών και των αγγλικών όλες οι πλευρές στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θεώρησαν πως είναι κατάσκοπος. Βασανίστηκε, φυλακίστηκε, άντεξε και συνέχισε με απίστευτο ζήλο να καταγράφει όχι μόνο τα λαογραφικά πια αλλά και τις συνθήκες ζωής στην Κατοχή, σκηνές, συμπεριφορές, τον πόνο, την πείνα.  Η περιουσία σιγά σιγά μειώνεται. Αρχίζει να πουλά στην αρχή αντικείμενα, πράγματα πολύτιμα, μετά λίγη γη για να μπορέσει να ζήσει, να κρατηθεί και να συνεχίσει. Δίπλα της είναι η αδελφή της Ελένη ή Ελλάδα. Φωτεινό μουσικό μυαλό αλλά πιο εύθραυστη ίσως λιγότερο δυνατή. Ο πόλεμος περνά έρχεται ο εμφύλιος τα κορίτσια έχουν μεγαλώσει αλλά η Ειρήνη συνεχίζει να καταγράφει. Είναι πολύ άρρωστη αλλά αντέχει, προσπαθεί να προλάβει να παραδώσει στο κοινό της όση περισσότερη γνώση από αυτή που έχει συλλέξει. Η εντολή στην αδελφή της είναι μετά το θάνατό της να εκδοθεί το τελευταίο της έργο «Οι Σταυροί της Άμυνας μου». Για χρόνια θεωρήθηκε χαμένο. Βρέθηκε μέσα στο βαλιτσάκι με τα χειρόγραφα. Δυστυχώς η Ελένη – Ελλάδα δεν μπορεί να εκπληρώσει την επιθυμία της αδελφής της. Έχει να αντιμετωπίσει τους προσωπικούς της δαίμονες. Νιώθει πολύ μεγάλη και είναι πολύ κουρασμένη. Κλείνεται στον εαυτό της στο μεγάλο σπίτι της Κηφισιάς που για να ζεσταθεί χρειάζεται σόμπες. Μια μέρα του Ιανουαρίου του ’65 από μια τέτοια ηλεκτρική σόμπα το σπίτι παίρνει φωτιά. Η Ελένη πεθαίνει από καρδιακή προσβολή. Στο σώμα της βρέθηκαν εγκαύματα. Οι εφημερίδες τη θυμούνται ως γνωστή πιανίστα και μουσικοκριτικό. Οι Κηφισιώτες την έβλεπαν ως έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που είχε χάσει την αίγλη του. Δεν ήξεραν ποια είναι. Μια γραφική φιγούρα βγαλμένη από άλλες εποχές, κλειστή και απόμακρη, που αγάπησε την ιστορία της Ελλάδας και για αυτό πήρε και το όνομά της.

   Όμως αυτά τα κορίτσια υπήρξαν, δημιούργησαν, μεγαλούργησαν, πήραν τα ταλέντα τους και τα απογείωσαν σε δύσκολες μέρες εκμεταλλευόμενες την άνεση του σπιτιού τους και άφησαν μια παρακαταθήκη που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μείνει χαμένη. Ήταν απίστευτες γυναίκες που διεκδίκησαν το χώρο που τους άρμοζε. Τώρα η νεότερη Ιστορία θα πρέπει έστω και 65 χρόνια μετά να τους δώσει τη θέση που τις αξίζει.

 Δεν μπορεί να μη νιώθεις μια κάποια περηφάνεια όταν κατάγεσαι από τέτοιες προσωπικότητες που η ιστορία τους μπορεί να μοιάζει με παραμύθι αλλά ξέρεις σίγουρα πως υπήρξαν και μετέφεραν τον κώδικά τους σε σένα. Ίσως αυτό τελικά εξηγεί πολλά σε σχέση με τη γνώση, την περιέργεια, το πείσμα και την ανάγκη για περισσότερα. Ίσως τελικώς εξηγεί και συμπεριφορές που ο μέσος όρος δεν μπορεί να κατανοήσει. Αυτές οι γυναίκες διδάσκουν όμως την επιμονή, την υπομονή, τη δύναμη και την πίστη σε ένα σκοπό που μπορεί να είναι αχόρταγος και απαίτησε  όλες τις δυνάμεις τους αλλά στο τέλος της μέρας κάποια στιγμή θα βρεθεί αυτός ο ένας που θα φροντίσει για την υστεροφημίας τους.

 Σας ευχαριστώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου