Η σημερινή μου ιστορία δε θα έχει ούτε
βιογραφικά στοιχεία, ούτε ανάλυση έργων, ούτε τοποθέτηση ρευμάτων, ούτε μια
προσέγγιση καθαρά Ιστορικού Τέχνης. Θα έχει βίωμα, αναμνήσεις, εικόνες από μια Θεσσαλονίκη
που δεν υπάρχει πια. Τη ματιά ενός μικρού παιδιού που έχει την τύχη να ακούει,
να ζει και να αναπνέει μέσα σε πολύ πολιτισμό και τέχνη, επηρεάζεται και ωριμάζει
μέσα σε αυτό με απλότητα. Τον αντίκτυπο θα τον καταλάβει πολύ πολύ αργότερα και
θα νιώσει ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους εκείνους που της πρόσφεραν αυτές τις εικόνες
και την εμπειρία.
Σε κάποια άλλη
ιστορία θα ξεχωρίσουμε τους ανθρώπους που ζουν χωρίς να εμβαθύνουν πολύ, να
σκέφτονται, να επιδρούν ή να αποζητούν τις αλήθειες. Αυτή η διαδρομή έχει πολύ
πόνο και ακόμα περισσότερο κόπο. Υπάρχουν όμως και εκείνοι οι άλλοι που νωρίς
ένιωσαν το μονοπάτι τους και θέλησαν να εκφραστούν με όλα τα μέσα που διέθεταν,
δημιουργώντας εικόνες είτε με τη μουσική τους είτε με τη ζωγραφική τους είτε με
τα γραπτά τους. Αυτός είναι ο ήρωας μας σήμερα. Ο Κώστα Λούστας πολύπλευρος
καλλιτέχνης από τη Φλώρινα που ξεκίνησε με όνειρα και κατάφερε να γίνει μια
εμβληματική προσωπικότητα της Θεσσαλονίκης, βάζοντας πάντα τους δικούς του όρους
και τοποθετώντας τον εαυτό του και την Τέχνη του στο σημείο που εκείνος
επιθυμούσε.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τη διαδρομή μας ανασύροντας
τις μνήμες που έχουν χαραχθεί βαθιά στην ψυχή του μικρού κοριτσιού. Βρισκόμαστε
μάλλον γύρω στη δεκαετία του ’80. Η Θεσσαλονίκη είναι μια όμορφη πόλη, γόνιμη,
με παραστάσεις, εκθέσεις, ανθρώπους φωτεινούς που παλεύουν να φέρουν έναν
έντονο πολιτιστικό αέρα. Ποιητές, συγγραφείς, μουσικοί, ζωγράφοι, ηθοποιοί,
σκηνοθέτες. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη που τους κυοφορεί και τους δίνει τα πρώτα
ερεθίσματα για να βγουν στο Φως. Αυτός ο οργασμός είναι διεργασία πολλών ετών,
είναι προσπάθεια που κάνουν εξίσου φωτεινοί άνθρωποι που θέλουν να προσφέρουν
και να αφήσουν ένα αποτύπωμα μέσα στο χρόνο. Σα να ένιωθαν πως θα έρθουν χρόνοι
ζοφεροί να μετατρέψουν την πόλη τους σε διασκεδαστήριο, σε τόπο παρηκμασμένο
που δε γίνονται πολλά και όσα γίνονται συμβαίνουν πάλι με το πείσμα κάποιων
λίγων ρομαντικών.
Έχουμε την τάση
να ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών σε δυο υποστάσεις.
Την καλλιτεχνική τους και την ανθρώπινη, τη γήινη πιο σωστά. Θα ήθελα να μου
επιτρέψετε να μιλήσω για αυτή την γήινη υπόσταση του Κώστα Λούστα γιατί είναι
άρρηκτα συνδεδεμένη με παιδικές αναμνήσεις και με πρόσωπα που αγαπώ βαθιά.
Παλαιά Παραλία
Λεωφόρος Νίκης το ατελιέ του είναι ένα ισόγειο κατάστημα με ένα μικρό πατάρι.
Τουλάχιστον αυτό θυμάται το μικρό κορίτσι. Το πεζοδρόμιο άνετο. Πολλές φορές
όταν ο ήλιος λαμπύριζε στη Θάλασσα έβγαινε καθόταν σε μια καρέκλα να έπαιζε το
βιολί του. Αγαπούσε τη μουσική, αγαπούσε την ποίηση, αγαπούσε τη ζωγραφική,
αγαπούσε τη θάλασσα. Η μικρή μας ηρωίδα δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να βγει βόλτα με
τον μπαμπά της, έναν άντρα ψηλό, κομψό, ευθυτενή, αυτόφωτο, με λαμπερό
χαμόγελο, με εκτόπισμα, με φυσική ευγένεια. Έβαζε το μικρό χεράκι στο μεγάλο ευγενικό
δουλεμένο χέρι του και ξεκινούσαν μαζί την περιπέτειά τους.
Τσιμισκή, Αγίας
Σοφίας, Παραλία. Δε μιλούσαν πολύ, κάθε τόσο τους σταματούσε κάποιος γνωστός για
να χαιρετίσει, ή να συζητήσει λίγο παραπάνω. Το κοριτσάκι κάνει υπομονή, ενοχλείται
από τις διακοπές χωρίς να διαμαρτύρεται. Αυτή η στιγμή πρέπει να είναι μόνο
δική της με τον μπαμπά της, τι θέλουν τώρα όλοι αυτοί οι μεγάλοι. Κάποια στιγμή
που μένουν μόνοι γυρίζει στο μέρος της και της λέει - « έλα εδώ είναι το ατελιέ του κυρίου Λούστα,
φίλος καλός, μεγάλος ζωγράφος, θα σου αρέσει ο χώρος του. Θα δεις ζωγραφιές,
έργα με βάρκες, τη θάλασσα».
Ανοίγει με άνεση
την τζαμένια πόρτα, από το παταράκι κατεβαίνει ένας ψιλόλιγνος άντρας με μούσι.
Φορά ένα κοντό παντελόνι τύπου βερμούδα και ένα λευκό φανελάκι γεμάτο πιτσιλιές
από τις μπογιές. Τους καλωσορίζει εγκάρδια. – « Έλα γιατρέ μου περάστε, τι να σας
προσφέρω;» - « Τίποτα Κώστα μου σε ευχαριστούμε, περάσαμε με τη μικρή να δει τα
έργα σου, θέλω να αγοράσω κάτι με βάρκες, ξέρεις πόσο αγαπώ τη θάλασσα». Η
μικρή μαγεύεται από αυτό το χώρο που είναι γεμάτος, μπογιές, χρώματα, σχέδια,
ζωγραφιές. Μαγεύεται από αυτόν τον ψιλόλιγνο άντρα με το μούσι που είναι ο
δημιουργός. Η ματιά της πέφτει πάνω σε μια ψάθινη καρέκλα. Επάνω έχει ένα βιολί.
Ένα υπέροχο όργανο μαζί με το δοξάρι του. Ο κρυφός της πόθος είναι να το πάρει
στα χέρια της να το περιεργαστεί. Η μουσική είναι η κρυφή της λαχτάρα. Ένα
όνειρο που τελικά δεν μπόρεσε ποτέ να πραγματοποιήσει. Τον συμπαθεί πολύ αυτόν
τον κύριο τελικά. Την ώρα που ο μπαμπάς της περιεργάζεται τα έργα με τις βάρκες,
εκείνος γυρίζει προς το μέρος της και της λέει – « ξέρεις και εγώ έχω ένα
κοριτσάκι σαν και σένα, κάποια άλλη φορά να γνωριστείτε…» Η μικρή είναι
μαγεμένη. Η συμφωνία κλείνει εύκολα, απλά, χωρίς πολλές κουβέντες. Οι δυο άντρες
συνεννοούνται άψογα. Ήρθε η ώρα να
φύγουν αλλά η μικρή θα επιθυμούσε να μπορεί να ξαναπάει σύντομα σε αυτό το
ατελιέ με τα χρώματα και το βιολί.
Η μικρή μας μεγαλώνει
ανάμεσα στα έργα του, θυμάται την επίσκεψη συχνά, ζητά να πάνε ξανά με τον μπαμπά
της στον κύριο Ζωγράφο. Δε βόλεψε. Οι γονείς της διατηρούν μια επαφή, πηγαίνουν
σε εγκαίνια εκθέσεών του, τυχαίες συναντήσεις στο δρόμο, αλλά ποτέ ξανά σε
εκείνο το μαγικό μαγαζί γεμάτο, χρώματα, μυρωδιές, μουσική.
Χρόνια μετά οι
Βάρκες κοσμούν το δικό της σπίτι, χρόνια μετά συναντά σε μια αναδρομική έκθεση
την συνομήλικη κόρη του Ζωγράφου. Γίνονται φίλες. Ο μπαμπάς της είχε δίκιο
ταίριαξαν. Έχει και εκείνη, την έμφυτη ευγένεια, τη χάρη ενός ανθρώπου μιας άλλης
εποχής. Οι μπαμπάδες τους δεν είναι πια κοντά τους, σωματικά τουλάχιστον. Είναι
όμως στο πλευρό τους, με έναν τρόπο τις έφεραν κοντά. Το κοριτσάκι που δεν είναι
πια κοριτσάκι πολλές φορές σκέφτηκε πόσο μεγάλη οικειότητα φέρνει αυτή η
συνύπαρξη με τα έργα ανθρώπων που όταν τους γνωρίσεις προσωπικά γίνονται οι
δικοί σου άνθρωποι.
Στη Θεσσαλονίκη πολλοί
έχουν να μεταφέρουν ιστορίες για το Λούστα, για τη γραφικότητα του, την
ποιητική του διάθεση, για το γρήγορο της δουλειά του, την εξπρεσιονιστική του τοποθέτηση,
για στιγμές διάδρασης, για τις μουσικές του εικόνες, για τις εκθέσεις του, για
την γαλαντομιά του. Νομίζω πως τα
περισσότερα σπίτια έχουν τουλάχιστον ένα έργο του. Είναι ο δικός τους άνθρωπος.
Ο δικός τους Ζωγράφος.
Για την μικρή μας
ηρωίδα είναι ο καλλιτέχνης που της έδωσε τη δυνατότητα να ονειρεύεται πως θα μπορέσει
να πάρει μια από τις βάρκες του να ανοιχτεί στη θάλασσα μαζί με τον μπαμπά της για
ψάρεμα. Είναι ο καλλιτέχνης που της επέτρεψε να μυρίσει, να δει, να νιώσει για
πρώτη φορά το όμορφο χάος που υπάρχει μέσα στο κεφάλι των δημιουργών. Είναι ο
άνθρωπος που της έδωσε τη δυνατότητα να θαυμάσει ένα βιολί και να φανταστεί
εικόνες Μουσικής. Είναι ο άνθρωπος που δημιούργησε μια ανάμνηση μαζί με τον μπαμπά
της που θα θυμάται για πάντα.
Αυτός νομίζω ήταν
ο Κώστας Λούστας. Ο άνθρωπος που μπορούσε με άνεση να μεταφέρει εικόνες και να
φτιάξει αναμνήσεις που θα μείνουν ανεξίτηλες.