Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994)
Από την
τελευταία μου καταχώριση και μετά σκεφτόμουν έντονα ποιος καλλιτέχνης θα
μπορούσε να σας συγκινήσει όπως συγκινεί εμένα. Ρώτησα, σκέφτηκα, άκουσα, αναρωτήθηκα
και κατέληξα πως οι ιστορίες μου δεν περιορίζονται μόνο στα απτά καλλιτεχνικά
χαρακτηριστικά αλλά προσπαθούν να αγγίξουν και την ανθρώπινη διάσταση, όπως τη
νιώθω προσωπικά.
Τη σημερινή
ιστορία θα μου επιτρέψετε να την αφιερώσω σε έναν νέο καλλιτέχνη που ξεκινά να
βρει το μονοπάτι του κουβαλώντας πολλά εφόδια, πολλή αγάπη, πολλή δύναμη,
ενέργεια και ανακαλύπτει πως η Τέχνη που υπηρετεί μπορεί να είναι αχόρταγη και πολλές
φορές σκληρή αλλά συγχρόνως παίζει το ρόλο του καταφυγίου και της ίασης.
Ο ήρωας μου
σήμερα είναι ένας μεγάλος Έλληνας καλλιτέχνης που αποτέλεσε κομμάτι μιας Ελλάδας φωτεινών μυαλών, προσωπικοτήτων, λάμψης και δημιουργίας αλλά και πολύ
σκοτεινών, δύσκολων, ζοφερών χρόνων. Ένας
αστός, αριστοκράτης, καλομεγαλωμένος που θα έπρεπε να ακολουθήσει τις συμβάσεις
αλλά αντιστάθηκε και άκουσε την κλίση του. Οι γυναίκες της Ζωής του έπαιξαν καθοριστικό
ρόλο. Η μητέρα του αρωγός και υποστηρικτής όπως και οι δυο σύζυγοί του που ήταν
στο πλευρό του. Μέντορες, μαικήνες , θαυμάστριες, η δύναμη πίσω από το δημιουργό.
Το Κόκκινο Τραπέζι(1987)
Ο Νίκος
Χατζηκυριάκος – Γκίκας (1906-1994) υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς, παραγωγικούς,
δραστήριους και σύγχρονους καλλιτέχνες της γενιάς του. Θα σας διηγηθώ μια σύντομη
ιστορία λίγο καιρό μην πεθάνει. Νομίζω πως ήταν το 1993 σε μια γκαλερί της
Αθήνας στο Κολωνάκι. Αν δε με απατά η μνήμη μου στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη. Σε
ένα σημείο της αίθουσας κάθεται ένας πολύ ηλικιωμένος άνδρας που αποπνέει
συμπάθεια, ηρεμία, αλλά το βλέμμα του παραμένει κοφτερό και οξύ, παρατηρεί τον
κόσμο. Η παρουσία του δηλώνει πως είναι παρών. Ο κόσμος απολαμβάνει τα
εκθέματα, στροβιλίζεται στο χώρο, συζητά, κάποιοι τον χαιρετούν, κάποιοι δεν
καταλαβαίνουν ποιος είναι. Τον πλησιάζω με δισταγμό και του λέω με μεγάλη
συστολή «σας ευχαριστώ για το ταξίδι». Μου απαντά απλά και σταθερά χωρίς πολλά
πολλά «να είστε καλά». Χρόνια πολλά μεγαλώνοντας, ωριμάζοντας και αποκτώντας
μια κάποια εμπειρία σκεφτόμουν πως αυτό που αποζητούμε οι περισσότεροι άνθρωποι
στη Ζωή είναι το ταξίδι. Ο Γκίκας μέσα από το έργο του μας το πρόσφερε. Μας πρόσφερε
το Χώρο για να κινηθούμε. Στην αρχή κλασσικά, συγκεκριμένα, στη συνέχεια
κυβιστικά, αφαιρετικά, πολυεπίπεδα. Τα ταξίδια του τον καθόρισαν, οι άνθρωποι
που συνυπήρξε επίσης. Οραματιζόταν σε μια εποχή ταραγμένη αλλά και εξαιρετικά
παραγωγική. Καταγωγή από την Ύδρα, Αθήνα, Παρίσι, πάλι Αθήνα, ταξίδια στην
Ανατολή, Λονδίνο και τέλος πάλι Αθήνα. Συναναστροφή με ανθρώπους, φίλοι που ήταν
εξίσου σημαντικοί. Ζωγράφος, Γλύπτης με
αρχιτεκτονικά στοιχεία, Χαράκτης, Σκηνογράφος,Δάσκαλος,Εκδότης,Ακαδημαϊκός.
Το Πρώτο Πρωινό του Κόσμου, Σκηνικό για την Περσεφόνη των
Αντρέ Ζιντ – Ιγκόρ Στραβίνσκι (1961)
Κρατούσε την αριστοκρατική του υπόσταση με μια
αυστηρότητα. Δεν ξέρω αν ήταν συμπαθής, αν ήταν προσιτός αλλά τα έργα του είναι
οικεία σε γεμίζουν με επιθυμίες και όνειρα. Αν δεις κάποιες φορές κομμάτια του
μετά τον αναγνωρίζεις χωρίς δισταγμό.
Στο Εργαστήριο
Μετά το χαμό της δεύτερης συζύγου του το 1989
θέλησε να δημιουργήσει μια μονοπρόσωπη πινακοθήκη με τα έργα του στο πατρικό του
σπίτι στην Κριεζώτου 3. Το κληροδοτεί στο Μουσείο Μπενάκη. Προσωπικά είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου μέρη
πολιτισμού στον κόσμο. Το Μουσείο Μπενάκη με πολλή δουλειά και έμπνευση
ακολουθώντας τις επιταγές του Καλλιτέχνη όσο αφορά το έργο του κατάφερε να συγκεντρώσει
ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης στους 5 ορόφους του Μεγάρου
Χατζηκυριάκου – Γκίκα. Ο πέμπτος και ο τέταρτος όροφος είναι μέρος της ιδιωτικής
κατοικίας του με έργα, έπιπλα, κατασκευές , αντικείμενα, το εργαστήρι του ζωγράφου. Πολλά στήθηκαν κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του ίδιου μέχρι το θάνατό του. Οι υπόλοιποι όροφοι είναι ένα μεγάλο ταξίδι στους ποιητές μας (εκεί βρίσκονται
τα δυο ελληνικά Νόμπελ Σεφέρης – Ελύτης), ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες,
σκηνοθέτες, ηθοποιοί, χορογράφοι, χορευτές, λαογράφοι, μουσικοί, σκιτσογράφοι,
λογοτέχνες. Είναι όλοι μαζί και συνομιλούν μεταλαμπαδεύοντας εμπειρίες,
στιγμές, χώρους και μια Ελλάδα ίσως πιο ρομαντική που δεν ξέρω αν μπορεί να ξαναυπάρξει
έστω και με μια διαφορετική μορφή εμπεριέχοντας τις σημερινές προκλήσεις.
Κλείνοντας θα
ήθελα να σταθώ σε αυτό που θεωρώ πως υπήρξε η αφετηρία του Γκίκα. Ο Πικιώνης
μεγάλος Αρχιτέκτονας – Δάσκαλος αλλά και
εξαιρετικός ζωγράφος, μεταλαμπάδευσε την πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία. Τα
απλά και ασήμαντα είναι αυτά που έχουν σημασία. Η Ιστορία μας, οι καταβολές μας,
η ηθική μας. Γνωρίζοντας τον, ο Γκίκας επηρεάστηκε σε βαθμό που άρχισε την
αναζήτηση στα βυζαντινά, στα λαϊκά , το
από που προερχόμαστε όπως έλεγε και ο ίδιος. Αυτό που κατάφερε κατά τη γνώμη μου πάνω από όλα ήταν να μεταφέρει με καθαρή ματιά αυτά που έβλεπε και του
κέντριζαν το ενδιαφέρον προκαλώντας συγκίνηση ακόμα και στους μη μυημένους.
Ίσως θα είχε ενδιαφέρον και για τους νεότερους
καλλιτέχνες η ματιά προς τα πίσω σε συνδυασμό με τις νέες προσκλήσεις που έχουν
να αντιμετωπίσουν. Κρατώ πάντα τη σκέψη πως οι άνθρωποι έχουμε τη δημιουργία
μέσα μας άρα ακόμα και σε ζοφερούς καιρούς κάποιοι θα καταφέρουν να τη φέρουν
στην επιφάνεια.
Λαϊκά Παιχνίδια (1935)
Πηγή για τα στοιχεία και τα έργα που σημειώνονται
παραπάνω είναι το λεύκωμα του Μουσείο Μπενάκη, ΚΡΙΕΖΩΤΟΥ αρ.3 ΝΙΚΟΣ
ΧΑΤΗΚΥΡΙΑΚΟΣ – ΓΚΙΚΑΣ Το Σπίτι, το Εργαστήριο και η Πινακοθήκη, Εβίτα
Αράπογλου 2011.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου